Breaking News
Home / Αρχαίοι Έλληνες και χιούμορ / ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΟ «ΛΑΪΚΟ» ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ «ΜΙΣΟΓΥΝΗ» ΣΗΜΩΝΙΔΗ

ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΟ «ΛΑΪΚΟ» ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ «ΜΙΣΟΓΥΝΗ» ΣΗΜΩΝΙΔΗ

Οδυσσεύς και Κίρκη (Καβείρων Θηβών).

(MX. West, Iambi et Elegi Graeci, II, Semonides, άπ. γ)

Το γνωστό ποίημα γιά τήν προέλευση τών γυναικών άπό ζώα πού έ’γραψε ό Σημωνίδης ό Αμοργίνος[1] (λίγο νεώτερος τοΰ ‘Αρχιλόχου, ‘έζησε πιθανώς στο δεύτερο ήμισυ τοΰ 7ου π.Χ., καταγόταν άπό τήν Σάμο, εγκαταστάθηκε όμως μέ άλλους συμπατριώτες του στήν Αμοργό) είναι μία λαϊκή σάτιρα. Μέ μία άπλή ανάγνω­ση και ό μή ειδικός αναγνώστης μπορεί νά διαπιστώσει τον δημώδη χαρακτήρα του, τόσο ώς προς τήν προέ­λευση τών περιγραφών οσο και σέ αναφορά προς τό κοινό, προς τό όποιο άπευθύνεται: Ή γυναίκα-«άλε- πού», ή γυναίκα-«σκύλα», ή «χαζή» γυναίκα πού είναι φτιαγμένη άπο πηλό, ή άστατη γυναίκα πού μοιάζει μέ τή θάλασσα, ή γυναίκα-«γαϊδούρα», ή γυναίκα-«νυφί­τσα», ή γυναίκα-«φοράδα», ή γυναίκα-«μαϊμού», αλλά κάί ή γυναίκα-«μέλισσα» (ή μόνη καλή) είναι παρο­μοιώσεις πού θά μπορούσε νά ακούσει κανείς σέ κάθε ανδρική συντροφιά ώς σήμερα. Ή φιλολογική έρευνα πού ασχολήθηκε μέ τό ποίημα αυτό εχει διαπιστώσει άντί- στοιχες παρομοιώσεις στήν δημώδη λογοτεχνία και σέ παραμύθια διαφόρων χωρών[2]. Λογοτεχνικό πρότυπο τοΰ Σημωνίδη (οσον άφορα τήν άρνητική εικόνα τής γυναί­κας) θεωρείται εξ άλλου ό μύθος τής Πανδώρας πού παρουσιάζεται σέ δύο εκδοχές άπό τον Ησίοδο’*.

Μέ τήν σύνθεση τοΰ ποιήματος και τά έπι μέρους εκ­φραστικά του μέσα, όπως κα\ μέ τήν ψυχολογική πλευ­ρά τής ερμηνείας του δέν μπορούμε νά ασχοληθούμε εδώ. Εκείνο πού πρέπει νά επισημανθεί εδώ είναι ότι ό Σημωνίδης εγραψε τό ποίημα οχι μόνο άπό απαι­σιόδοξη διάθεση γιά νά σατιρίσει[3], αλλά και γιά νά δια­σκεδάσει[4] -πράγμα πού κατά τή γνώμη μου δείχνουν έκτος άπό τις παρομοιώσεις αυτές καθ’ εαυτές και μερικές κατάλληλες γιά τον σκοπό αυτόν, οπωσδήποτε «χοντροκομμένες», εικόνες. Νομίζω πώς σ’ αυτές ακρι­βώς τις εικόνες ‘έγκειται κυρίως ή πρωτοτυπία τοΰ ποι­ητή – χωρίς ωστόσο νά αποκλείεται νά έχουν και αυτές δημώδη προέλευση: Ή «χοντρέλα» (γουρούνα) πού κάθεται συνεχώς, «βαριέται» νά πλύνει τά ροΰχα της αλλά και το ‘ίδιο της τό σώμα” ή αναιδέστατη «σκύλα» πού κάνει τον άντρα της νά θυμώνει τόσο, ώστε νά τής ξεριζώσει τά δόντια μέ πέτρα, είναι προφανώς επινοη­μένες υπερβολές πού χρησιμοποιούνται γιά νά προκαλέ­σουν γέλιο’ τό ‘ίδιο ισχύει γιά τήν «χαζή» πού δέν τής «κόβει» ούτε κα\ τό κάθισμα της νά φέρει πιο κοντά στο τζάκι γιά νά ζεσταθεί τον χειμώνα ή γιά τήν «αναίσθη­τη γαϊδούρα», πού κάνει άπρόθυμα τις δουλειές του σπιτιού, κρυφοτρώει ο,τι βρεΐ και κοιμάται μέ οποίον τύχει ή τήν επίσης τεμπέλα, διαρκώς «φτιασιδωμένη φοράδα» πού καμαρώνει τόν εαυτό της.

Ή ιστορική σημασία τοΰ ποιήματος έγκειται κυρίως στον δημώδη χαρακτήρα του. Οι αναφορές στις οικιακές άσχολίες δείχνουν ότι ό ποιητής γνωρίζει καλά τή ζωή εκείνων πού ζοΰν άπό τήν προσωπική τους εργασία, δη­λαδή τό κατώτερο κοινωνικό στρώμα. Και τό εκφράζει όπως ακριβώς ό Ησίοδος, τόσο μέ τήν περιγραφή τών άσχολιών αυτών, οσο και μέ τήν αντίθεση προς τόν τρό­πο ζωής τοΰ ανωτέρου κοινωνικού στρώματος, τούς ευ­γενείς: Περιγράφοντας τήν συμπεριφορά τής γυναίκας «φοράδας», παρατηρεί οτι φιλάρεσκη καθώς είναι κα\ τεμπέλα, ταιριάζει μόνο σέ «τυράννους και σκηπτού- χους», όχι όμως στούς άλλους, άφοΰ «ούτε μυλόπετρα εγγίζει ούτε κρατάει κόσκινο, τήν κοπριά δέν ρίχνει άπό

 

τό σπίτι, ούτε στον φούρνο κάθεται κα\ τήν καπνιά φο­βάται» (στ. 57_7°)·

Κάθε γυναίκας χώρια τον νουν εκαμε ό θεός πρώτα* άπό γουρούνα τριχωτήν αυτήν πού ολα ‘ς το σπίτι εχει ‘ς το βόρβορο και κυλισμένα χιλιανάκατα χαμαί’ κι αλουτη ή ιδια μ’ άπλυτα φορέματα                                                5

κάθεται και παχαίνει ‘ς τήν άκαθαρσιά.

Τήν άλλη ο θεός γυναίκα, τήν παμπόνηρη, τήν εχει κάμει άπ’ άλωποΰ’ κιάπό κακά δεν τής ξεφεύγει κα\ άπό τάλλα τίποτε” συχνά τό κακό λέγει, ποτέ τό καλό,                                                                 ΙΟ

πότ’ έ’τσι κάτι παίρνει, πότ’ άλλοιώτικα.

Τήν άλλην άπό σκύλαν έ’καμε ζουρλή, που ολα ν’ άκούση θέλει ναΰρη τάπαντα” παντού τηρά, γυρίζει κάί παντού μιλεί, κιάν δεν θωρή κανένα ‘μπρός της άνθρωπο.         15

Κα\ νά τήν φοβερίσης, τούτη δεν σιωπά, και μέ τήν πέτρα νά τής σπας τά δόντια της κιάν τής γλυκομιλήσης και παρακαλής” κα\ μέ τους ξένους άν καθίση πούποτε, πάντα σαλιάζει, πάντ’ ατέλειωτα λαλεΐ.        10

Άπό πηλό τήν άλλη οί θεοι έ’πλασαν και τήν πάντρεψαν, τήν κουτήν” ούτε κακό ούτε καλό γυναίκα τέτοια ‘ννοιάζεται* και μόνον νά μπουκκώνη ξέρει τό φαγ\

κιάν ό θεός χειμώνα κάμη ανήμερο,                                                25

δεν σέρνει το σκαμνί της πρόσω ‘ςτήν ίστιά.

Τήν δίγνωμη γυναΐκ’ άπό τήν θάλασσα τήν έπλασε* μιά ‘μέρα λάμπει και γελά και ξένοι άν τήν ίδοΰν, θά τήν παινέσουνε «δέν ει ν’ άλλη γυναίκα ‘ς όλη τήν στεριά               3°

καλύτερη άπό τούτην ούτε πιό ομορφη»’ τήν άλλη μέρα δέν κοτάς νά τήν ίδής, μηδέ νά τήν σιμώσης1 αγρίευε ι σου καθώς ή σκύλα, πού βυζαίνει τά σκυλιά’ αγέλαστη είναι ‘ς όλους και σιχαίνονται     35

νά τήν ίδοΰν κ’ οί φίλοι, οσο κ’ οί εχθροί’ καθώς συχνά σά πήκτρα στέκ’ ή θάλασσα κιάκύμαντη, καμάρι μέγα τών ναυτών, τό καλοκαίρι’ μά συχνά μανίζεται

και κύματα φουσκώνει κα\ βαρυκτυπά’                                       4°

τέτοια γυναίκα μοιάζει μέ τήν θάλασσα.

Τήν άλλη άπό γαϊδούρα έκαμε ψαρή, πού μόλις μέ τά λόγια και τό σκούντημα στέργει νά κάμη τάρεσκο’μενο τάνδρός*                                                                                              45

κα\ ‘ς τό κελλάρι τρώγει τον περίδρομο* ταχύ και βράδι τρώγει μες ‘ςτό μαγερειό* και ‘ςτήν άγάπη δέν εχει προτίμησι* φίλος της είν’ καθένας, ξένος ή δικός.

Τήν άλλη άπό νυφίτσα, γένος πρόστυχο’                                  5°

γλυκάδ’ αυτή δέν έ’χει, δέν εχει καλό, δέν εχει χάρι μηδέ στάλα ‘πάνω της* και ώς τόσο δέν χορταίνει χάδια και άγκαλιά και τον δικό της άνδρα τον σιχαίνεται.

Κ’ είναι και κλέφτρα και πολλή κάνει ζημιά                               55

‘ςτούς γείτονες· τους τρώγει και τά πρόσφορα.

Τήν άλλην ή φοράδα γέννησε ή χαδοΰ,

που τές χονδροόουλειές δεν καταδέχεται

δεν ‘γγίζει μύλο, μηδέ κόσκινο ποτέ,

δέν βγάζει τά σκουπίδια άπό τό σπίτι της,                                   6ο

‘ςτόν φούρνο δέν ζυγώνει, φεύγει τον καπνό,

κιάν εχει ανάγκη, προςγελά στον άνδρα της’

λούζεται κάθε ‘μέρα δυο και τρεις φορές

και γιά νά λάμπη, μ’ αλοιφές αλείφεται,

και ‘ςτά μαλλιά της, κτενισμένα μιά χαρά,                                   65

πάντα φορεί λουλούδια κα\ στολίσματα.

Καλή είν1 αυτή ή γυναίκα γι άλλους νά χάσκουν,

άμμή γιά τον δικό της κακό γίνεται,

εξόν άν ειν’ κανένας άρχοντας τρανός,

πού καμαρώνει ‘ς τοϋτα τά φερσίματα.                                      yo

Άπό μαϊμού τήν άλλην επλασ’ ό θεός

και συφορά ‘ςτούς άνδρες τήν έφίλεψε.

Άσχημομούρα τούτη, οπου κιάν περνά

ολου του κόσμου γίνεται περίγελο”

κοντόλαιμη, καμπούρα και κοντοστουμποϋ,                              75

μόλις σαλεύει’ τρις άλι ‘ςτόν άμοιρο,

πού τέτοιο σκιάχτρο τάγκαλιάζει σκοτεινά!

“Ολες τές τέχνες ξεύρει σάν τον πίθηκο κιολους τούς τρόπους’ δέν χαμογελά ποτέ, ποτέ καλό δέν κάνει κιολο διαλογίζεται,            8ο

τοΰτο μονάχα ‘μέρα νύκτα μελετά, τό πώς κακό νά κάμη περισσότερο.

Τήν άλλη τέλος άπο μέλισσα* χαρά ‘ς εκείνον πού τήν πάρει’ πάντ’ ανέγκλητη, σπίτι στολίζει, μεγαλώνει του το βιός· γερνάει αγαπημένη μέ τον άνδρα της, άφου γεννήση τίμια κιομορφη γενεάν μέσ’ς όλες τές γυναίκες ξεχωρίζεται κιούράνια χάρι τήν θωριά της περιχεΐ. μέ θηλυκά δέν στέργει αυτή νά κάθεται π’ άσχημα λόγια και πομπές κρυφομιλοΰν.

Τέτοιες γυναίκες ό θεός χαρίζει τες τές γνωστικές ‘ς τούς άνδρες και τές πιο καλές. Άμμή οί γυναίκες είν’ τό ξώπρωτο κακό κιάν φαίνεται καμμιά τους λίγ’ ωφέλιμη, γιά κεϊνον πού τήν έχει γίνεται κακό. Γιατί ποτέ του δέν περνά καλόκαρδος όλάκαιρη μιά ‘μέρα οποίος παντρευτή” κιάν πέση φτώχια μέσ’ ςτό σπίτι, γρήγορα δέν θά τήν διώξη, θάχη την μαζ\ κιαύτή… Κιοποια γυναίκα φαίνεται πώ φρόνιμη αυτή ειν’ άπ’ όλες ή χειρότερη ζημιά. Τί σάν ό άνδρας χάσκη, τότ’ οί γείτονες γελούν, θωρώντας πώς τήν έ’παθε κιαύτός. Καθε’ις καλοφημίζει τήν γυναίκα του και τήν γυναίκα τάλλου τήν κακολογά* κ’ ΐδια πώς εχομ’ όλοι, δέν τό ξέρομε.

|Μετάφραση Σ. Μενάρδου: «Στέφανος»,Έκλογάί αρ­χαίων ποιημάτων, Αθήνα 192-4» Αθήνα Ιξ)71~]


[1] Παραδίδεται κα\ ή γραφή Σιμωνίδης. Ή πρώτη χρησιμοποιείται και γιά τήν διάκριση άπό τον -γνωστότερο, προπάντων χάρη στά επιγράμματα του- Σιμωνίδη τον Κεϊο (557-468 π.Χ.). Γιά τήν προ­σωπικότητα κα\ το έ’ργο τοΰ Σημωνίδη βλ. Α. Lesky, οπ.π., 139 κ. εξ. Γιά τό συγκεκριμένο ποίημα βλ. προπάντων W. Marg, Der Clvarakter in der Sprache der fruhgriechischen Dichtung, Wurz- burg 1938 [Darmstadt 1967J, 6 κ.έξ.Ίω. Κακριδή, Σημωνίδου’Ίαμβος κατά γυναικών, Κρητικά Χρονικά, 15/16, 1963, 294’501 f- Μελέτες κα\ άρθρα, Θεσσαλονίκη 1971, 2.4-32.]» Η. Lloyd-Jones. Semonides on women, The first satire of women in European literature, Λονδίνο 1975 (οπού κα\ ή παλαιότερη βιβλιογραφία).

[2] Κακριδής, ο.π., 28 κ.εξ. (οπου κα\ νεοελληνικά παράλληλα). Βλ. επίσης Μ. Κοπιδάκη, Σημωνίδου τοΰ Αμοργίνου – Κατά γυναικών. Μετάφραση-Έρμηυεια. Αθήνα 1995- 37 χΜ·

4· Βλ. σχετικά Lesky, οπ.π., 139 *.έξ.

5· Marg, οπ.π., 38 κ.έξ.

Leave a Reply

%d bloggers like this: