Breaking News
Home / Ιστορια / Η μανία των Αρχαίων με τα ψάρια

Η μανία των Αρχαίων με τα ψάρια

163248cbb712b1989d41d3d23ca285d6Αν ο Πλούταρχος ήταν παρών (και ο Πλούταρχος θα είχε δώσει τα πάντα για να είναι παρών, αν δε μεσολαβούσαν πέντε αιώνες), το ερώτημα δε θα είχε τεθεί καθόλου. Διότι ο Πλούταρχος είναι αρκε­τά κατηγορηματικός:… και στην πραγματικότητα, δεν αποκαλούμε οψοφάγους […] εκείνους, όπως ο Ηρακλής, που αγαπούν το μοσχάρι, ούτε εκείνους που αγαπούν τα σύκα, σαν τον Πλάτωνα, ή τα στα­φύλια, σαν τον Αρκεσίλαο, αλλά όσους τεντώνουν τα αφτιά τους για ν ακούσουν το καμπανάκι της αγοράς και χοροπη­δάνε γύρω από τους πωλητές ψαριών, στην πρώτη ευκαιρία2.  Οψοφάγος — σύμφωνα με μια αυθεντία όπως ο Πλούταρχος του­λάχιστον — ήταν αυτός που είχε σαφή προτίμηση στα ψάρια.
Αν βρεθείς στην ευδαίμονα χώρα της Αμβρακίας και τύχει να δεις καρχαρία [κάπρον], αγόρασέ τον! Ακόμα κι αν κοστί­ζει το βάρος του σε χρυσάφι, μη φύγεις χωρίς αυτόν, αν δε θες να πέσει πάνω σου ανελέητη η εκδίκηση των αθανάτων’ διότι το ψάρι αυτό είναι ο ανθός του νέκταρος.d1b514f6cc45285ea77539ea92541e20
Οι Έλληνες αγαπούσαν τα ψάρια.  Η λέξη αγαπούσαν, αν το ξα­νασκεφτούμε, είναι μάλλον μετριοπαθής για ένα τέτοιο πάθος. Αυτό που αποκαλύπτει η γραμματεία της απόλαυσης, ξανά και ξανά, είναι κάτι πολύ πιο έντονο, μια λαχτάρα, μια τρελή εξάρτηση, μια ανήθι­κη μανία. Δείγματα αυτής της λαχτάρας συναντάμε αρκετά συχνά στο έργο του Αρχεστράτου από τη Γέλα της Σικελίας, που έχει γράψει το πιο πάνω εγκώμιο.
Σ’ ένα άλλο απόσπασμα, στο ίδιο έργο, συμ­βουλεύει τον αναγνώστη τι να κάνει, αν συναντήσει ροδίτικο σκυλό­ψαρο: Ακόμα κι αν σημάνει το θάνατο σου, άρπαξέ το με τη βία, αν αρνηθούν να σ το πουλήσουν […] και στη συνέχεια υποτάξου υπομονετικά στη μοίρα σου.   Ο Αρχέστρατος είχε αποκτήσει μια κάποια φήμη από τα ψευδοηρωικά του εξάμετρα που υμνούσαν το φαγητό, ενώ το έργο του, που είναι γνωστό υπό τους τίτλους «Γαστρονομία», «Δειπνολογία» ή «Ηδυπάθεια», δεν είναι επ’ ουδενί ασυνήθιστο στο λόγο περί καλοφαγίας. Αυτό που αξίζει να επισημάνουμε δεν είναι τόσο η υπερβο­λή της γλώσσας που χρησιμοποίησε για να περιγράψει τα ψάρια όσο το γεγονός ότι, σ’ ένα έργο που αφορά τις γαστριμαργικές απολαύ­σεις γενικότερα, δεν κάνει αναφορά σχεδόν σε τίποτα άλλο.
Οι Έλ­ληνες φυσικά θεωρούσαν λιχουδιές και κάποιες τροφές που δεν εί­χαν καμία σχέση με τη θάλασσα: μερικά πτηνά και άλλα θηράματα (ειδικά τις τσίχλες και τους λαγούς), διάφορα αλλαντικά και εντό­σθια (εκτιμούσαν ιδιαίτερα τη μήτρα της γουρούνας), κάποια λυδικά πιάτα με κρέας και διάφορα είδη γλυκισμάτων, αλλά αυτά ήταν εξαιρέσεις. Τα φαγώσιμα θαλασσινά πλάσματα φαίνεται ότι είχαν επιβάλει την κυριαρχία τους στον τομέα του καλού φαγητού στην κλασική Ελλάδα, ώστε θα λέγαμε ότι αποτελούσαν γευστικό μονο­πώλιο.907caf6fce64176622f3a9e10ab8e33aΕίναι δύσκολο να πούμε ποιος ήταν ο πρώτος που έβαλε τα ψα­ρικά στην κουζίνα. Την επινόηση του πολυτελούς «μοντέρνου» στυλ μαγειρικής την ανιχνεύουμε συνήθως στους Σικελούς, ή στους γείτονές τους από την άλλη μεριά των στενών, στους κατοίκους της Συβάρεως, στον ταρσό της Νότιας Ιταλίας. Η Σύβαρις ηττήθηκε από τους γείτονές της το 510 π.Χ. και η πόλη ισοπεδώθηκε κυριολεκτι­κά, αλλά οι ιστορίες για τα αμύθητα πλούτη της πόλης ακούγονταν ακόμα στα αθηναϊκά δείπνα εκατό χρόνια αργότερα. Ένας ιστορικός ανέφερε ένα συβαριτικό νόμο που έδινε στους εφευρέτες καινού­ριων πιάτων ετήσια πνευματική ιδιοκτησία (ίσως, λέει κάποιος σύγ­χρονος σχολιαστής, να είναι η παλιότερη γνωστή πατέντα). Επιπλέ­ον, ισχυριζόταν ότι υπήρχε ειδική διάταξη που εξαιρούσε τους πω­λητές και τους αλιείς χελιών από την πληρωμή φόρων. Γύρω στο 527 π.Χ., ο Σμινδυρίδης, ο οποίος ξεχώριζε ακόμα και ανάμεσα στους Συβαρίτες για την τρυφηλότητά του, έκανε πάταγο όταν ήρθε στην Ελλάδα για να ζητήσει το χέρι της κόρης του Κλεισθένους, του ηγεμόνα της Σικυώνος, κοντά στην Κόρινθο. Φοβούμενος ότι η πα­τρίδα δέ θα ικανοποιούσε το επίπεδο του, έφερε μαζί του χίλιους δούλους, ψαράδες, μαγείρους και κυνηγούς πτηνών4.

dbffc20c7f408d1ef7590ecf951ca3acΤα ψάρια φαίνεται ότι κατείχαν άκρως εξέχουσα θέση και στη μα­γειρική κουλτούρα της Σικελίας. Σύμφωνα με μια πηγή, αποκαλού­σαν τη θάλασσα «γλυκιά» επειδή απολάμβαναν τόσο πολύ το φαγη­τό που έβγαινε απ’ αυτήν. Ο Αθήναιος αναφέρει ένα ζωγράφο από την Κύζικο λάτρη των ψαριών, τον Ανδροκύδη, ο οποίος ζωγράφι­σε τη γλυκιά παραγωγή εκείνων των γλυκών νερών με παθιασμένες και φιλήδονες λεπτομέρειες, σε μια απεικόνιση του πολυκέφαλου τέρατος της Σκύλας στις αρχές του 4ου αιώνα. Ίσως θα έπρεπε να δούμε τα πολυάριθμα αρχαία ψηφιδωτά με σκηνές θαλάσσιας ζωής υπό την ίδια προοπτική που βλέπουμε σήμερα τις ολλανδικές νεκρές φύσεις, όχι σαν εγκεφαλικές ρεαλιστικές μελέτες, αλλά σαν τρυφε­ρές αναπαραγωγές επιθυμητών και ακριβών αγαθών. Ο κωμικός ποι­ητής Επίχαρμος, ο οποίος εργάστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα στις Συρακούσες, τη μεγαλύτερη και πλουσιότερη πόλη της Σικελίας, φαίνεται να ασχολείται κατ’ αποκλειστικότητα με τα θαλασσινά, αν κρίνουμε από τα σωζόμενα αποσπάσματα του έργου του, αν και οι μεταγενέστεροι συγγραφείς δεν ήταν πάντοτε σίγουροι σε τι αναφε­ρόταν:

Σύμφωνα με το Νίκανδρο, ο Επίχαρμος αναφέρει κι ένα άλ­λο είδος καβουριού, την κολύβδαινα […] υπό το όνομα «θαλάσσιον αιδοίον». Ο Ηρακλείδης ο Συρακούσιος, εντούτοις, στο έργο του «Οψαρτυτικόν», ισχυρίζεται ότι αυτό στο οποίο αναφέρεται ο Επίχαρμος είναι στην πραγματικότητα η γαρίδα.

Σ’ ένα έργο του υπό τον τίτλο «Γη και θάλασσα», ο Επίχαρμος πε­ριέλαβε μια διαμάχη ανάμεσα σε γεωργούς και ψαράδες, που τσακώ­νονταν για το ποιο στοιχείο της φύσης παρήγαγε τα καλύτερα προϊόντα.

757516ae2c2cbbaea9dcea0be6cac1f3Η Σικελία γέννησε επίσης τα πρώτα βιβλία μαγειρικής. Μια από τις παλαιότερες διατριβές ήταν του Μίθαικου εκ Σικελίας, ενός διά­σημου μάγειρου που τον αναφέρει και ο Πλάτων και τον οποίο κά­ποιος συγγραφέας αποκαλούσε Φειδία της κουζίνας. Τα αποσπά­σματα του έργου του είναι ελάχιστα, αλλά κάθε άλλο παρά αντικρού­ουν την εντύπωση ότι το ψάρι κυριαρχούσε ήδη εκείνη την εποχή: «Ο Μίθαικος αναφέρει το ψάρι που λέγεται χειλού»· συμβουλεύει ο Μίθαικος: «Κόψε το κεφάλι της ταινίας. Πλύνε τη και κόψε τη σε φέτες. Πασπάλισέ τη με τυρί και λάδι» — μια από τις παλαιότερες σωζόμενες συνταγές που εκδόθηκαν ποτέ5.

Κανένα βιβλίο μαγειρικής και καμία πραγματεία περί γαστρονο­μίας δε σώζεται από την Αθήνα, ενώ η συνεισφορά των Αθηναίων στην ιστορία της γαστριμαργίας περιορίζεται στα γλυκίσματά τους. Η Αττική Κωμωδία εντούτοις, και ειδικά η επονομαζόμενη Μέση και Νέα Κωμωδία του 4ου και των αρχών του 3ου αιώνα, μας προσφέ­ρει πολλές αποδείξεις ότι οι πολίτες της μεγαλύτερης και πλουσιό­τερης πόλης της κλασικής περιόδου συμμερίζονταν τα ενδιαφέροντα των καλοφαγάδων της Σικελίας και της Νότιας Ιταλίας. Όποιος πιάσει στα χέρια του μια επιλογή από αποσπάσματα κωμω­διών του 4ου αιώνα θα εντυπωσιαστεί αμέσως από το μεγάλο αριθ­μό αναφορών στην κατανάλωση ψαριών. Σε τακτική βάση, οι ήρωες αλλάζουν εντελώς θέμα για να απαγγείλουν μακριές και σε περίτε­χνους στίχους λίστες για ψώνια στην ψαραγορά, μενού με ψάρια και συνταγές για δείπνα ψαροφαγίας, στις οποίες περιγράφονται λεπτο­μερώς τα υλικά και οι μέθοδοι παρασκευής. Ένας κωμικός μάγειρος, για παράδειγμα, στο «Στρατιώτη» του Φιλήμονος, περιγράφει μια απλή συνταγή με την ακόλουθη κομπορρημοσύνη:

 

14abc622d65f8e37c8dd1e442bfee77cΔιότι μια λαχτάρα μ’ έπιασε ξαφνικά να βγω και να το πω στον κόσμο, αλλά και στα ουράνια, πώς ετοίμασα το πιάτο. Μα την Αθηνά, πόσο ευχάριστο είναι να το πετυχαίνω κάθε φορά. Τι ψάρι τρυφερό ήταν αυτό που είχα μπροστά μου! Τι πιάτο ετοίμασα! Όχι φαρμακωμένο από τα τυριά, ούτε σκεπασμένο από πάνω με χορταρικά, ξεπρόβαλε από το φούρνο ψημένο όπως ήταν και ζωντανό. Τόσο τρυφερή, τόσο απαλή ήταν η φωτιά που άναψα για να το μαγειρέψω. Δε θα πιστέψετε το αποτέλεσμα. Ήταν όπως όταν ένα κοτόπουλο αρπάξει κάτι μεγαλύτερο απ ό,τι μπορεί να καταπιεί και αρχίζει να τρέχει γύρω γύρω κάνοντας κύκλους, ανίκανο να το αφήσει από τα μάτια του κι αποφασισμένο να το καταπιεί, ενώ τα άλλα κοτό­πουλα το κυνηγάνε από πίσω. Το ίδιο ακριβώς συνέβη τότε: ο πρώτος άντρας που ανακάλυψε τις ηδονές του πιάτου πή­δηξε πάνω κι έτρεχε γύρω γύρω, παίρνοντας το πιάτο μαζί του, ενώ οι άλλοι τον ακολουθούσαν καταπόδας. Επέτρεψα στον εαυτό μου να τσιρίξει από χαρά, καθώς μερικοί άρπαζαν κάτι, κάποιοι τα άρπαζαν όλα και άλλοι δεν άρπαζαν τίποτα. Και να σκεφτείς ότι είχα αναλάβει ένα ποταμόψαρο, που τρέ­φεται μέσα στο βόρβορο. Αν είχα στα χέρια μου κανένα σκάρο ή γλαυκίσκο από την Αττική, ή καρχαρία από το Αργός [της Αμφιλοχίας], ή μουγγρί από την αγαπημένη μου Σικυώνα, το ψάρι που κουβαλάει ο Ποσειδώνας στους θεούς στον ουρανό, τότε όλοι όσοι τα έτρωγαν θα είχαν γίνει θεοί. Έχω ανακαλύ­ψει το μυστικό της αθανασίας· και πεθαμένους ανασταίνω, μό­λις η μυρωδιά του ψαριού μου φτάσει στα ρουθούνια τους.

Εκτός κωμωδίας, οι αναφορές στην κατανάλωση ψαριών είναι κά­πως λιγότερες αριθμητικά, αλλά συχνά παρουσιάζουν ακόμα πιο άμεσες και εντυπωσιακές μαρτυρίες για τις μανίες των πολιτών. Ο Δημοσθένης επισημαίνει με αηδία ότι, όταν ο Φιλοκράτης δωροδοκήθηκε για να προδώσει την πόλη του στους Μακεδόνες, ξόδεψε τα ανήθικα αποκτηθέντα χρήματα σε πόρνες και ψάρια. Ο Αισχίνης, όταν επιτίθεται στον αντίπαλο του τον Τίμαρχο με σκοπό να του στερήσει τα πολιτικά του δικαιώματα, θυμάται ότι τον είδε πολλές φορές να συχνάζει στα ψαράδικα με το «φίλο» του τον Ηγήσανδρο6.

5ce91f056348343845ca4633a4eff94fΟι Έλληνες δεν ήταν τόσο τυφλωμένοι από την αγάπη τους για τα ψάρια ώστε να αγνοούν τα καθήκοντα του σωστού γευσιογνώστη. Μέσα στις ευγενείς τάξεις της θαλάσσιας πανίδας, αναγνώριζαν την ύπαρξη ευδιάκριτων ιεραρχιών, χωρίς να υπάρχει πάντοτε καθολική ομοφωνία. Τα παστά ψάρια ή ταρίχους, για παράδειγμα, τα περιφρο­νούσαν σε γενικές γραμμές και ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί τη φρά­ση «πιο φτηνό κι απ’ τα παστά ψάρια» με την έννοια του «δυο δεκά­ρες η οκά». Οι διάφορες ποικιλίες είχαν τους υποστηρικτές τους[1] πολλοί επαινούσαν τον τόννο, όταν παστωνόταν τη σωστή εποχή, κομμένος σε λωρίδες ή φέτες, και ο Αρχέστρατος έλεγε πολλά κα­λά λόγια για το παστό σκουμπρί. Ο Ευθύδημος, ένας συγγραφέας περί διατροφής της ελληνιστικής περιόδου, έγραψε μάλιστα μια πραγματεία επί του θέματος, παρ’ όλο που το εγκώμιο του παστού ψαριού, το οποίο απέδιδε στον Ησίοδο και στον οποίο παρέπεμπε για να στηρίξει την άποψή του, θεωρήθηκε πλαστογραφημένο7.

 

Ανάμεσα στα φρέσκα ψάρια, την κατώτερη θέση καταλάμβαναν τα διάφορα μικρά ψαράκια, που δεν είναι εύκολο πάντοτε να βρούμε ανάλογά τους στη σημερινή θαλάσσια πανίδα. Ένα απόσπασμα από την κωμωδία του Τιμοκλέους «Επιχαιρέκακος» (δηλαδή αυτός που χαίρεται με τις δυσκολίες των άλλων), παρακολουθεί τον παράσιτο*, που ήταν γνωστός ως Κορυδαλλός, στη μάλλον πρωτοφανή γι’ αυ­τόν εμπειρία να ψωνίζει στην αγορά. Πηγαίνει στα χέλια, στον τόννο, στα σελάχια, στις καραβίδες, και ρωτάει την τιμή του καθενός με τη σειρά. Όλα κοστίζουν πολύ πάνω από τα τέσσερα μπρούντζινα νομίσματα που έχει. Συνειδητοποιώντας τελικά ότι δεν τον παίρνει οικονομικά, τρέχει βιαστικά προς τις μεμβράδες, τα μικρά ψαράκια που αποκαλούμε χαψία, τις σαρδέλες ή το γαύρο. Ένας άλλος πα­ράσιτος, στην «Ορχηστρίδα» του Αλέξιδος, διαμαρτύρεται για το πό­σο δύσκολο είναι να εξασφαλίσει κάποιος μιά πρόσκληση σε πλού­σιο δείπνο* θα προτιμούσε να μοιραστεί ένα πιάτο γαύρο με κάποιον που να μιλάει την καθαρή αττική διάλεκτο. Αλλα αποσπάσματα επι­βεβαιώνουν την παρατήρηση ότι, στην Αθήνα τουλάχιστον, τα μικρά ψάρια θεωρούνταν τροφή κατάλληλη μόνο για ζητιάνους, απελεύθε­ρους και χωριάτες που δεν ήξεραν τι τους γίνεται* στην άποψη αυ­τή επιτίθεται με ζήλο ο ψαράς που πουλάει γαύρο στους «Σφήκες» του Αριστοφάνους, κατηγορώντας όσους περιφρονούν την πραμά­τεια του για ελιτισμό8.

b94afffa2099c59e523c0157526eaa9bΣτον άλλο δίσκο της πλάστιγγας βρίσκουμε τις σπουδαίες λιχου­διές, ανάμεσά τους τον τόννο, το ροφό, το μουγγρί, τον κέφαλο, το μπαρμπούνι, την τσιπούρα, το λαβράκι, ένα αγνώστου ταυτότητας πλάσμα γνωστό ως «ασημόψαρο» ή γλαύκο και τα οστρακόδερμα γνωστά ως κάραβους, κάτι άχαρες ποταμίσιες καραβίδες μεταξύ αστακού και γαρίδας. Κάποια κομμάτια έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμη­σης: από τον τόννο, η κοιλιά και το ψαχνό της περιοχής του λαι­μού* από το λαβράκι, το γλαύκο και το μουγγρί, το κεφάλι. Εντού­τοις, ασυναγώνιστο, ο αδιαμφισβήτητος αφέντης στον πάγκο του ψαρά, ήταν το χέλι. Ο Αρχέστρατος θεωρούσε καλύτερα τα χέλια που ψαρεύονταν στα στενά της Μεσσίνης:

Εσύ, πολίτη της Μεσσίνης, έχεις το πλεονέκτημα έναντι όλων ημών των άλλων θνητών να φέρνεις στα χείλη σου τέ­τοια λιχουδιά. Τα χέλια του ποταμού Στρυμόνα, ωστόσο, και εκείνα της λίμνης Κωπαΐδας έχουν έξοχη φήμη λόγω του με­γάλου μεγέθους τους και του θαυμαστού πάχους τους. Σε γε­νικές γραμμές, νομίζω ότι το χέλι βασιλεύει επί όλων των άλ­λων φαγητών και δεσπόζει στο πεδίο της απόλαυσης κι ας εί­ναι το μοναδικό ψάρι χωρίς ραχοκοκαλιά.

Οι Έλληνες πίστευαν ευρέως ότι οι Αιγύπτιοι λάτρευαν το χέλι, πράγμα που έδωσε σε πολλούς κωμικούς συγγραφείς την ευκαιρία για βαθυστόχαστες πολιτιστικές συγκρίσεις:

Δε θα μπορούσα ποτέ να συνάψω συμμαχία μαζί σου’ οι τρόποι και οι συνήθειές μας δε μοιάζουν καθόλου με τις δι­κές σας και μας χωρίζουν σημαντικές διαφορές. Εσύ προσκυ­νάς την αγελάδα, εγώ τη θυσιάζω στους θεούς. Εσύ θεωρείς το χέλι σπουδαιότερη θεότητα, εγώ σπουδαιότερο πιάτο.

Ένας άλλος πίστευε ότι οι Αιγύπτιοι είχαν συλλάβει πολύ σωστά το νόημα:

Λένε ότι οι Αιγύπτιοι είναι έξυπνοι, εκτός των άλλων επει­δή θεωρούν το χέλι ισότιμο των θεών στην πραγματικότητα, έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από τους θεούς, αφού, για να τους πλησιάσουμε αυτούς, το μόνο που χρειάζεται είναι να προσευ­χηθούμε, ενώ για να πλησιάσουμε σε απόσταση μυρωδιάς το χέλι, θα πρέπει να σκάσουμε τουλάχιστον δώδεκα δραχμές, μπορεί και παραπάνω, τόσο σεβάσμιο και όσιο πλάσμα είναι9.

Διαβάζοντας τα αποσπάσματα αυτά, παίρνουμε μια ιδέα για το ασυνήθιστο πάθος που έτρεφαν οι Αθηναίοι προς τα ψάρια. Μιλούν για τα ψάρια σαν να είναι ένας ακατανίκητος πειρασμός και τα ορέ­γονται μ’ έναν πόθο που πλησιάζει τον σεξουαλικό. Την ένταση της όρεξης των Αθηναίων παρουσιάζουν πιο λεπτομερώς κάποια απο­σπάσματα, στα οποία το ψάρι εμπλέκεται σε μια κυριολεκτική ή με­ταφορική αποπλάνηση. Στο έργο του Αναξανδρίδου «Οδυσσεύς», για παράδειγμα, συναντάμε το ακόλουθο εγκώμιο της τέχνης του ψαρά:

ab63c73aaee26a668ea722b21dcf7f2fΠοιο άλλο επάγγελμα κάνει τα χείλη των νεαρών να καίνε, τα δάχτυλά τους να σπρώχνουν νευρικά, ή να πνίγονται στη βιασύνη τους να καταπιούν; Και μόνον όταν είναι τιγκαρισμένη στο ψάρι η αγορά, δεν είναι που δημιουργούνται οι σχέ­σεις; Διότι ποιος θνητός κανονίζει ραντεβού για δείπνο, όταν το μόνο που υπάρχει για πούλημα είναι φτηνόψαρα, μαυρόψαρα ή καμιά μαρίδα; Και όταν θέλεις να ψαρέψεις κανέναν πραγματικό κούκλο, με τι μαγικά λόγια, με τι κολακείες θα τον ρίξεις του, αν βγάλεις απέξω την τέχνη του ψαρά; Αφού αυτή η τέχνη τον ξελογιάζει με τη θωριά των βρασμένων ψα­ριών και οδηγεί τα σώματα στις πύλες του φαγητού και τ’ αναγκάζει να υποκύψουν χωρίς πληρωμή.

Ο ανεκδοτολόγος Λυγκεύς ο Σάμιος άφηνε μάλιστα να εννοηθεί, κάπως σκανδαλιάρικα, ότι για χάρη του ροδίτικου ψαριού (του πε­ρίφημου σκυλόψαρου, φυσικά) ο Αθηναίος ήρωας Θησεύς παραχώ­ρησε την εύνοιά του στον Τληπόλεμο, το μυθικό ιδρυτή του νησιού. Σε μεταγενέστερη περίοδο, υπάρχουν αποδείξεις ότι οι αρχαίοι θεω­ρούσαν την επιρροή που ασκούσε το ψάρι στην αποπλάνηση ως έν­δειξη μαγικής δύναμης. Ο Απουλήιος, ο συγγραφέας του «Χρυσού όνου», αναγκάστηκε να αντικρούσει την κατηγορία ότι έφτιαξε ερω­τικό ξόρκι για την πλούσια και ηλικιωμένη σύζυγο του με τη μαγι­κή Βοήθεια ενός ψαριού που προμηθεύτηκε στην αγορά. Στην κλα­σική περίοδο, ελάχιστες αποδείξεις υπάρχουν γι’ αυτή την υπερφυ­σική σχέση, παρ’ όλο που το μπαρμπούνι λόγω του ονόματος του που περιέχει τον αριθμό τρία — τρίγλη στα αρχαία ελληνικά — συσχετιζόταν με την τρίμορφη αφέντρα των μαγισσών και φύλακα των σταυροδρομιών, την Εκάτη. Από την άλλη μεριά, στην αττική αγ­γειογραφία βλέπουμε ότι τα ψάρια χρησίμευαν ως ερωτικά δώρα. Ένα αγγείο απεικονίζει έναν νεαρό και τον υπηρέτη του να πλησιά­ζουν μια εταίρα που γνέθει μαλλί, φέρνοντάς της για δώρο ένα χτα­πόδι και δύο πουλιά. Ένα άλλο αγγείο που βρισκόταν κάποτε στο Λένινγκραντ αλλά τώρα έχει χαθεί, έδειχνε ένα φτερωτό Έρωτα να προσφέρει ένα τσέρκι κι ένα μεγάλο ψάρι σ’ ένα αγόρι καθισμένο και τυλιγμένο με το μανδύα του10.

Λεν είναι μόνο η νοστιμιά των ψαριών που τα συνδέει με την αποπλάνηση, αλλά και η όψη τους. Οι δύο αδελφές, που ήταν γνω­στές ως «σαρδέλες» [αφύαι < αφύω = είμαι ή γίνομαι λευκός] και αναφέρονταν σ’ ένα λόγο του Υπερείδου, ονομάστηκαν έτσι προφα­νώς εξαιτίας «της πάλλευκης επιδερμίδας τους; της λεπτής σιλουέ­τας τους και των μεγάλων ματιών τους». Και έτσι, με μια εντυπωσια­κή μεταφορική μετάβαση από το ορεκτικό στην αποπλάνηση, τα ψά­ρια καταλήγουν να αναπαριστώνται σαν κοκέτες ερωμένες και μαιτρέσες. Αυτή τη συγχώνευση εικόνων αναπτύσσει πλήρως ένα από­σπασμα της κωμωδίας του Αιφίλου «Έμπορος». Ο ομιλητής διαμαρ­τύρεται για την ψηλή τιμή που ζητούν για τα ψάρια:

Πάντως, αν ποτέ κάποιο από αυτά μου χαμογελούσε, θα πλήρωνα – Βογκώντας έστω – όλα όσα μου ζητάει ο ψαράς.

5d5effd4386f8a434362eeaf995fba43Αυτή η εικόνα, τόσο ασυνήθιστη για τη δική μας νοοτροπία, να παρομοιάζονται τα ψάρια με σαγηνευτικά σώματα, να συγκρίνονται κατά κάποιο τρόπο με τα όμορφα αγόρια και τις εταίρες, στην απο­πλάνηση των οποίων βοηθούσαν, αυτή η εικόνα λοιπόν κρύβεται πί­σω από το συνηθισμένο ρητορικό σχήμα που συγκρίνει το χέλι, «ενδεδυμένο» με παντζάρι (ή ίσως, πιο λογικό, με παντζαρόφυλλα), με κοπέλα της παντρειάς ή με εκθαμβωτική θεά. Όταν ο Δικαιόπολις, ο ήρωας των «Αχαρνέων» του Αριστοφάνους, μαθαίνει ότι ο Βοιωτός λαθρέμπορος έχει πενήντα «μορφονιές από την Κωπαΐδα» στο σακί του, ξεσπάει σε διθυράμβους: «Ω λαχταριστό και μυριοπόθητο, κα­λοφαγάδων όνειρο». Στην «Ειρήνη», κάποιος φαντάζεται την αντί­δραση του Μελανθίου, ενός τραγικού ποιητή που λάτρευε τα ψάρια, όταν φτάνει στα ψαράδικα πολύ αργά για να βρει χέλια: «Χάθηκα αχ, χάθηκα αχ», φωνάζει και ξεσπάει σ’ ένα μονόλογο-παρωδία, σταχυο­λογημένο από μια κορυφαία σκηνή της δικής του «Μήδειας», «στε­ρημένος εγώ απ αυτή που σε παντζαρόφυλλα κείτεται μέσα». Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι τέτοιες ασυνήθιστες μεταφορές είναι αναμενόμενες στον κωμικό λόγο, ο οποίος διακρίνεται για την αγάπη του προς τις εντυπωσιακές και αταίριαστες εικόνες, η πρα­κτική όμως να συγκρίνουν τις γυναίκες με λαχταριστά ψάρια και τα ψάρια με γυναίκες μοιάζει αρκετά γενικευμένη στην αθηναϊκή κοι­νωνία. Εκτός από τις αδελφές σαρδέλες που αναφέραμε πιο πάνω, βρίσκουμε αυλητρίδες και εταίρες με παρατσούκλια όπως «Αθερίνα», «Μπαρμπούνι» και «Σουπιά», κάτι που εκμεταλλεύτηκε πλήρως ο κωμικός ποιητής Αντιφάνης στο έργο του «Αλιευομένη». Στο έργο αυτό, παίζει με το διπλό νόημα των ονομάτων των ψαριών, έτσι που δυσκολεύεται να καταλάβει κανείς κάθε φορά αν σατιρίζει τα θύματά του για την αγάπη τους προς τα ψάρια ή για την υπερβολική αφοσίωσή τους στις εταίρες και τα αγόρια11.

Τα ψάρια αποπλανούν και κατακτούν. Λειτουργούν σαν δυνάμεις πειθούς, σαν δέλεαρ για τις εταίρες ή σαν μαγική δύναμη για φυλα­χτά. Οι κωμικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν την ιδέα ότι τα ψάρια είναι ακαταμάχητα, για να δημιουργήσουν διασκεδαστικές κατάρες και βλασφημίες. Στους «Ιππείς» του Αριστοφάνους, ο Αγοράκριτος, ο πωλητής λουκάνικων, καταριέται τον Παφλαγόνα (μια ελάχιστα μεταμφιεσμένη καρικατούρα του δημαγωγού Κλέωνος), τον αντίπα­λο του στην εύνοια του ηλικιωμένου Δήμου (δηλαδή του λαού), ως ακολούθως:

ee596641747f2ef87a3539665ba211f9Δεν θα σε φοβερίσω εγώ’ μια ευχή σου δίνω μοναχά: Να ‘χεις το τηγάνι στη φωτιά με καλαμάρια’ κι επειδή για τους Μιλήσιους πρόκειται να κάμεις στη λαοσύναξη μια πρόταση που, αν πάει καλά, θα βγάλεις ένα τάλαντο, να βιάζεσαι να φας, αλλά και στη λαοσύναξη να πας’ εκεί που τρως, στο σπί­τι σου να ‘ρθει ένας από τη Μίλητο, για να τα συζητήσετε’ και, θέλοντας να μη χαθεί το τάλαντο, μα και να φας τα καλαμά­ρια, να πνιγείς απ την πολλή τη βιάση.

Στους «Αχαρνείς», ο Αριστοφάνης εξαπολύει μια παρόμοια κατά­ρα εναντίον ενός αντιπάλου θεατρικού συγγραφέα* αυτή τη φορά το πολυπόθητο καλαμάρι εικονίζεται να πλησιάζει αργά και σκανδαλι­στικά τον καταραμένο και να εξοκείλει στο τραπέζι δίπλα του, για να του το αρπάξει την τελευταία στιγμή ένας σκύλος. Ο Αντιφάνης μάλιστα χρησιμοποιεί σ’ έναν όρκο την ακαταμάχητη γοητεία που ασκούν τα ψάρια στον ψαρομανή: «Ορκίζομαι να εγκαταλείψω αμέ­σως το σκοπό μου, μόλις ο Καλλιμέδων παρατήσει το κεφάλι του γλαύκου», λέει ένας ήρωας με αποφασιστική περιφρόνηση,

Δεν είναι περίεργο λοιπόν το γεγονός ότι ο στωικός Χρύσιππος, ο οποίος έγραψε τον επόμενο αιώνα, προτιμούσε να αναφέρει αυ­τούς τους ανθρώπους ως οψομανείς αντί για οψοφάγους, συγκρίνοντάς τους με τον άντρα που είναι γυναικομανής, δηλαδή έχει μανία με τις γυναίκες12.



[1] Παράσιτος ονομαζόταν αυτός που έτρωγε σε δείπνα απροσκάλεστος.

[1] Γραμματικοί των ελληνιστικών χρόνων που θεωρούσαν μόνο την «Ιλιάδα» έργο του Ομήρου και την «Οδύσσεια» την απέδιδαν σε άλλο ποιητή.

 

—————————————————————–

ΤΖΕΪΜΣ ΝΤΕΪΒΙΝΤΣΟΝ   – ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ  – ηδονές, καταχρήσεις & πάθη  –  ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΙΛΝΤΑ ΠΑΠΑΛΗΜΗΤΡΙΟΥ

Παραπομπές:

  1. Ξενοφών, Απομνημονεύματα 3-14 Η καλύτερη εξέταση του όρου απα­ντάται στο «Όψον και οψάριον» του Γ. Καλιτσουνάκη, στο Festschrift fur Paul W. Kretschmer: Beitrage zur griechischen und lateinischen Sprachforschung, (Βιέννη κ.λπ., 1926), σσ. 96-106.
  2. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι 667 κ.ε. Φαίνεται ότι, σε πολλές ελλη­νικές πόλεις, ήταν έθιμο να αναγγέλλουν την άφιξη της ψαριάς μ’ ένα καμπανάκι και σ’ αυτό στηρίζεται ένα ανέκδοτο του γεωγράφου Στρά­βωνος: «Ένας κιθαρωδός έκανε επίδειξη της τέχνης του. Ο κόσμος τον άκουγε προσεκτικά, μέχρι τη στιγμή που χτύπησε το καμπανάκι του ψαρά’ τότε τον εγκατέλειψαν όλοι και έτρεξαν στα ψαράδικα, εκτός από έναν άντρα, ο οποίος τύχαινε να είναι μισόκουφος. Ο κιθαρωδός τον πλησίασε λοιπόν και του είπε: “Πρέπει να σας εκφράσω την ευ­γνωμοσύνη μου, κύριε, για την ευγένεια και τη φιλομουσία σας’ όλοι οι άλλοι έγιναν καπνός μόλις άκουσαν το καμπανάκι”. Κι ο άλλος τον ρώτησε: “Τι έγινε; Χτύπησε το καμπανάκι;” και, όταν ο κιθαρωδός του απάντησε καταφατικά, τον αποχαιρέτησε βιαστικά και έτρεξε να προ­λάβει τους άλλους» (14.2.21, σ. 658, Ίασος).
  3. Αρχέστρατος 15 και 21.
  4. Φύλαρχος FGrHist 81 F45* Διόδωρος ο Σικελιώτης 8.19′ Θεόφραστος (ή Χαμαιλέων ο Ποντικός), Περί ηδονής [Αθήναιος 6.273c].
  5. Κλέαρχος F59 (Wehrli) [Αθήναιος 12.518c]· Αθήναιος 8.341a, 3.105c, 7.282a και 325f* Πλάτων, Γοργίας 518b με τον Dodds αυτόθι.
  6. Δημοσθένης 19.229* Αισχίνης 1.42, 65 και 95.
  7. Αριστοφάνης, Σφήκες 491* Αθήναιος 3-ll6ad.
  8. Αριστοφάνης, Σφήκες 495* Τιμοκλής 11 Κ-Α* Άλεξις 200, 159 Κ-Α* Χρύσιππος, Περί του καλού και της ηδονής [Αθήναιος 7.285d]* Αντι­φάνης 69 Κ-Α. Αλλα ψάρια που εμπίπτουν σ’ αυτή την περιφρονημένη κατηγορία είναι οι καραβίδες και οι μαρίδες. Μερικές από τις απόψεις αυτές τις βρίσκουμε κι αλλού. Ο Alan Davidson μας παραπέμπει στον G. L. Faber, ένα Βρετανό που διετέλεσε πρόξενος στο Φιούμε το 19ο αιώνα, για τις απόψεις των Βενετσιάνων περί της μαρίδας: «Όταν Θέ­λουν να χλευάσουν κάποιον, τον αποκαλούν άτομο που τρώει μαρί­δες», Mediterranean Seafood (Λονδίνο, 1981), σ. 90.

9· Αρχέστρατος 8* Αναξανδρίδης 40 Κ-Α* Αντιφάνης 145 Κ-Α.

10. Αναξανδρίδης 34 Κ-Α στ. 5 κ.ε. (οι τελευταίοι λίγοι στίχοι είναι κά­πως κατεστραμμένοι). Με τη λέξη «φτηνόψαρα» αποδίδουμε στο περί­που τη λέξη φρυκτός, που ο αρχαίος λεξικογράφος Ησύχιος ερμηνεύ­ει ως «φτηνό αποξηραμένο ψαράκι». Λυγκεύς ο Σάμιος [Αθήναιος 7.295ab]. Για τον Απουλήιο και τη σχέση του με τη μαγεία του ψαριού εν γένει, βλ. Adam Abt, Die Apologie des Apuleius von Madaura und die antike Zauberei [= Religionsgeschichtliche Versuche und Vorarbei- ten, επιμ. Albrecht Dietrich και Richard Wunsch, Heft II] (Giefien, 1908* επανέκδ. Berlin, 1967), σσ. 135-6 και 140-44. Τα αγγεία είναι ARV 101.3 και Eduard Gerhard, Auserlesene Griechische Vasenbilder, I, φωτ. LXV.

  1. Αθήναιος 13-586ab· Αριστοφάνης, Αχαρνείς 885 πρβλ. 894, Ειρήνη 1013-14′ πρβλ. επίσης Εύβουλος 34 και 36 Κ-Α, Άρχιηηος 27 Κ-Α και Αντιφάνης 27 Κ-Α με τα σχόλια του εκδότη αυτόθι. Η Παρβάτι, θεά του Μαντράς, της επαρχίας Ταμίλ Νάντου της Ν. Ινδίας, η οποία απο­πλανεί το Σίβα και γίνεται γυναίκα του, είναι γνωστή εκεί ως Μηνακ- σί, η θεά με τα Ψαρίσια Μάτια.
  2. Αριστοφάνης, Ιππείς 927 κ.ε.· Αχαρνείς 1156-61′ Αντιφάνης 77 Κ-Α* SVF III, 167 #667.

 

 

Δείτε επίσης:

Τι να κάνετε αν σας σταθεί κόκαλο ψαριού στον λαιμό – η ομοιοπαθητική λύση: silica

Ειναι ένα φάρμακο που θα σας χρησιμεύσει για την διάνοιξη αποστημάτων (εδώ χρειάζεται προσοχή, εάν …

Leave a Reply

%d bloggers like this: