Η αμηχανία της γυμνής άγνωστης

Όλη αυτή την ώρα που την ακούω να αναπτύσσει τις θεωρίες της, το μόνο που σκέφτομαι είναι πότε επιτέλους θα σταματήσει να μι­λάει για να μπορέσω να κάνω μια βουτιά στα καθαρά γα­λάζια νερά της πισίνας που στραφταλίζουν τόσο δελεαστι­κά μπροστά μας. Αλλά ακριβώς τη στιγμή που ετοιμάζομαι να βουτήξω, η Ντομινίκ κάνει κάτι που με αποτελειώνει. Ανασηκώνεται, λύνει με μια κίνηση το πάνω μέρος του μα­γιό της, το πετάει πίσω απ’ τη σεζλόνγκ και, καθώς τεντώ­νεται, λέει: «Ααα, τώρα μάλιστα».

Εντάξει. Ξέρω ότι είμαστε στην Ευρώπη κι ότι εδώ οι άνθρωποι είναι πολύ πιο χαλαροί με το σώμα τους και το γυμνό γενικότερα απ’ ό,τι είμαστε εμείς (μόνο που, βέβαια, η Ντομινίκ δεν είναι Ευρωπαία. Είναι απ’ τον Κα­ναδά, ο οποίος μπορεί και να θεωρείται Ευρώπη από κά­ποιους). Όπως και να ‘χει, είναι πολύ δύσκολο να κάθεσαι να μιλάς σε κάποιον που είναι γυμνός σαν να μην τρέχει τί­ποτα. Και η Σάρι δε βοηθάει καθόλου. Δεν έχει γυρίσει να μου ρίξει ούτε μια ματιά τόση ώρα. Απλά κρατάει το βλέμ­μα της πεισματικά καρφωμένο στις σελίδες του βιβλίου και το παίζει ότι διαβάζει. Συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει τίπο­τε άλλο να κάνω απ’ το να προσπαθήσω να συμπεριφερθώ φυσιολογικά. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπω κάποια κοπέλα γυμνόστηθη. Για παράδειγμα, έχω δει ένα σωρό κοπέλες γυμνές στα ντους της εστίας. Αλλά δε θυμά­μαι να μ’ ενοχλεί. Ίσως επειδή καμία από εκείνες τις κοπέ­λες δε μου ήταν άγνωστη.

Επιπλέον, τα στήθη της Ντομινίκ είναι -πώς μπορώ να το θέσω αυτό;- λίγο περισσότερο πεταχτά, με ύποπτο τρόπο, απ’ το φυσιολογικό.

Από το βιβλίο “Η βασίλισσα της σαπουνόφουσκας” της Μεγκ Κάμποτ.