Μπορεί η αστυνομία να μπει στο σπίτι σου; Να ψάξει το αυτοκίνητο ή το κινητό σου;

Χρήσιμες ερωτοαπαντήσεις από εδώ.

  1. Πρέπει να έχω πάντα μαζί μου την ταυτότητά μου;
    Ναι.
    Άρ. 74 παρ. 15 περ. θ΄ π.δ. 141/1991
    Άρ. 74 παρ. 15 π.δ. 141/1991: Ο αστυνομικός σκοπός, ως προς την τήρηση
    της τάξης και ασφάλειας έχει τα ακόλουθα, κυρίως, καθήκοντα […]:
    θ. Οδηγεί στο αστυνομικό κατάστημα για εξέταση άτομα τα οποία στερούνται στοιχείων αποδεικτικών της ταυτότητάς τους ή τα οποία, εξαιτίας του τόπου, του χρόνου, των περιστάσεων και της συμπεριφοράς τους δημιουργούν
    υπόνοιες διάπραξης, εγκληματικής ενέργειας. Τα προσαγόμενα στο αστυνομικό κατάστημα άτομα δέον όπως μη παραμένουν σ› αυτό πέραν του χρόνου ο
    οποίος είναι απολύτως αναγκαίος για το σκοπό για τον οποίο προσήχθησαν.
  2. Μπορεί η Αστυνομία να με προσαγάγει, ακόμη και
    αν έχω μαζί μου ταυτότητα;
    Ναι.
    Άρ. 95 παρ. 1 π.δ. 141/1991
    Σε περίπτωση διάπραξης οποιουδήποτε εγκλήματος, η Ελληνική Αστυνομία
    οφείλει να επιλαμβάνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠΔ, για την βεβαίωσή του, την συλλογή των αποδείξεων και πειστηρίων, την αναζήτηση και
    σύλληψη του δράστη και την παράδοσή του στην αρμόδια δικαστική αρχή.
    Προς τούτο δύναται η Αστυνομία να προσκαλεί ή προσάγει για εξέταση στα
    Αστυνομικά καταστήματα τα άτομα για τα οποία υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες
    ότι ενέχονται στην διάπραξη του εγκλήματος.
  3. Μπορεί η Αστυνομία να ερευνήσει το αυτοκίνητό
    μου;
    Ναι.
    Άρ. 96 παρ. 3β π.δ. 141/1991
    Σωματικές έρευνες, σε μεταφορικά μέσα και μεταφερόμενα αντικείμενα και
    έρευνες σε ιδιωτικούς χώρους μη προσιτούς στο κοινό που υπάγονται στην
    έννοια της κατοικίας, γίνονται όταν υπάρχει σοβαρή υπόνοια τελέσεως αξιοποίνου πράξεως ή απόλυτη ανάγκη.
  4. Μπορεί η Αστυνομία να ψάξει την τσάντα ή το σακίδιό μου;
    Ναι.
  5. Επιτρέπεται να περιπολούν αστυνομικοί σε οποιονδήποτε δημόσιο χώρο, π.χ. πλατείες ή γήπεδα ή έξω
    από σχολεία;
    Ναι.
    Άρ. 94 π.δ. 141/1991
    Η Ελληνική Αστυνομία: […]
    γ. Επιτηρεί τους επαίτες, αλήτες, ύποπτους και καταδικασμένους στο παρελθόν για εγκληματική δραστηριότητα.
    δ. Επιτηρεί τα δημόσια κέντρα και τα ύποπτα μεταφορικά μέσα. […]
    στ. Επιτηρεί τα αεροδρόμια και τους σταθμούς λεωφορείων και σιδηροδρόμων.
    ζ. Παρίσταται στα δημόσια θεάματα και τις αθλητικές εκδηλώσεις.
    η. Παρίσταται σε εκθέσεις, εορτές, πανηγύρια και αγορές.

    Άρ. 100 παρ. 1-2 π.δ. 141/1991
  6. Η είσοδος του αστυνομικού προσωπικού στους δημοσίους χώρους για
    εκτέλεση υπηρεσίας είναι ελεύθερη οποιαδήποτε ώρα του 24ώρου. Η επιτήρηση των δημοσίων χώρων ανατίθεται στους σκοπούς, τις περιπόλους ή
    άλλους αστυνομικούς που διατάσσονται ειδικά γι’ αυτό τον σκοπό.
  7. Δημόσιος χώρος είναι κάθε ανοικτός χώρος (δρόμος, πλατεία, και γενικά
    ή ύπαιθρος) και από τους κλειστούς χώρους αυτοί που δεν εμπίπτουν στην
    έννοια της κατοικίας.
  8. Επιτρέπεται να αμυνθώ εναντίον ενός αστυνομικού;
    Ναι, αλλά δεν το συμβουλεύω.
    Άμυνα (άρ. 22 ΠΚ)
  9. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε κατάσταση άµυνας.
  10. Άµυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθεµένου στην οποία προβαίνει το άτοµο προς υπεράσπιση του εαυτού του ή άλλου από παρούσα και
    άδικη επίθεση που στρέφεται εναντίον τους.
  11. Το αναγκαίο µέτρο της άµυνας κρίνεται από τον βαθµό επικινδυνότητας
    της επίθεσης, από το είδος της προσβολής που απειλείται, από τον τρόπο και
    την ένταση της επίθεσης και από τις υπόλοιπες περιστάσεις.
  12. Επιτρέπεται να επέμβω, αν διαπιστώσω περίπτωση
    παράνομης αστυνομικής βίας;
    Ναι, αλλά δεν το συμβουλεύω.

  13. Επιτρέπεται στην Αστυνομία να μου απαγορεύσει
    να απομακρυνθώ από τον τόπο ενός εγκλήματος;
    Ναι.
    Άρ. 252 ΚΠΔ
  14. Όταν γίνεται αυτοψία, έρευνα και κατάσχεση, οι αναφερόµενοι στο προηγούµενο άρθρο έχουν δικαίωµα να κλείνουν κατοικίες ολικά ή µερικά, να
    θέτουν σφραγίδες, να διορίζουν φύλακες και γενικά να παίρνουν όλα τα κατάλληλα µέτρα ώστε να µην υπεξαιρεθούν, υπεξαχθούν ή µεταβληθούν αντικείµενα χρήσιµα στην ανάκριση ούτε να αποµακρυνθούν ή να ξεφύγουν από
    τις έρευνές τους ύποπτοι.
  15. Τα ίδια πρόσωπα µπορούν επίσης να διατάξουν να µην αποµακρυνθεί
    κανένας πριν από το τέλος της έρευνας και να έρθουν πάλι όσοι αποµακρύνθηκαν.
  16. Επιτρέπεται αστυνομικός να εμφανιστεί ως αγοραστής δήθεν ναρκωτικών ουσιών;
    Ναι.
    Άρ. 28 Ν. 4139/2013 (ΚΝΝ)
  17. Δεν είναι άδικη η πράξη αστυνομικού, τελωνειακού υπαλλήλου, υπαλλήλου του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) και στελέχους
    του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, ο οποίος με εντολή του
    αρμόδιου για τη δίωξη ναρκωτικών προϊσταμένου του και με σκοπό την ανακάλυψη ή σύλληψη προσώπου που διαπράττει έγκλημα από τα αναφερόμενα
    στα άρ. 20, 22 και 23, αφού τηρηθεί η διαδικασία του άρ. 253Α παρ. 3 ΚΠΔ,
    δρα ως αγοραστής ή μεσολαβητής ή μεταφορέας ή φύλακας ναρκωτικών ουσιών ή με άλλους τρόπους που δεν δημιουργούν ούτε επιτείνουν κινδύνους
    για τρίτα πρόσωπα. Το ίδιο ισχύει και για τον ιδιώτη που με αυτόν το σκοπό
    τελεί ανάλογες ενέργειες ύστερα από πρόταση των αρμόδιων, για τη δίωξη
    ναρκωτικών, υπηρεσιών.

  18. Τι καλύπτει το άσυλο της κατοικίας;
    Την κατοικία, άρα όχι π.χ. το αυτοκίνητο.
    Άρ. 100 παρ. 3 π.δ. 141/1991
    Ως κατοικία θεωρείται κάθε χώρος, στεγασμένος ή όχι, που δεν είναι ελεύθερα προσιτός σε οποιονδήποτε, στον οποίο διαμένει κάποιος, έστω και προσωρινά, ακόμη και αν δεν είναι νόμιμος κάτοχος. Έτσι, ως κατοικίες θεωρούνται ιδίως:
    α. Η οικία στην οποία κατοικεί κάποιος, νόμιμα ή προσωρινά, με οποιαδήποτε ιδιότητα, είτε ως ιδιοκτήτης είτε ως ενοικιαστής, είτε ως νομέας, αδιάφορα αν είναι ημεδαπός ή αλλοδαπός.
    β. Ο συνεχόμενος προς την οικία περικλειόμενος χώρος (κήπος ή αυλή),
    εφόσον είναι επαρκώς περιστοιχισμένος ή περιφραγμένος.
    γ. Το δωμάτιο ξενοδοχείου στο οποίο ενοικεί κάποιος προσωρινά ή μόνιμα,
    ως ιδιοκτήτης, διευθυντής ή ένοικος.
    δ. Το μισθωμένο δωμάτιο οικίας στο οποίο ενοικεί κάποιος, προσωρινά ή
    μόνιμα.
    ε. Το πλοίο ή βάρκα ή σκηνή ή καλύβα, το παράπηγμα ή άλλο παρόμοιο
    κατασκεύασμα, εφόσον κατοικούνται και δεν είναι προσιτά στον καθένα.
    στ. Οποιοδήποτε όχημα το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία, είτε αυτό
    είναι ακίνητο, είτε βρίσκεται σε κίνηση.
  19. Επιτρέπεται να μπει η Αστυνομία στο σπίτι μου
    χωρίς ένταλμα;
    Ναι, διότι δεν προβλέπεται στο ελληνικό δίκαιο ένταλμα ερεύνης.

  20. Επιτρέπεται να μπει η Αστυνομία στο σπίτι χωρίς
    Εισαγγελέα;
    Ναι, αν συναινεί ο ένοικος, διαφορετικά όχι.
    Άρ. 256 παρ. 2 ΚΠΔ
    Αν την έρευνα την ενεργεί ανακριτικός υπάλληλος µη έχων την ιδιότητα
    δικαστικού λειτουργού, απαιτείται η παρουσία δικαστικού λειτουργού.
  21. Επιτρέπεται η Αστυνομία να σπάσει την πόρτα της
    κατοικίας μου για να διεξαγάγει έρευνα;
    Ναι.
    Άρ. 256 παρ. 1 ΚΠΔ
    Αν βρει την πόρτα κλειστή και ο ένοικος αρνείται να την ανοίξει, µπορεί να
    την παραβιάσει παρουσία του ανακριτικού υπαλλήλου µε τον οποίο συµπράττει.
  22. Επιτρέπεται η έρευνα στην κατοικία κατά την διάρκεια της νύχτας;
    Ναι.
    Άρ. 240 ΚΠΔ
    Η ανάκριση µπορεί να γίνει και κατά την διάρκεια της νύχτας και Κυριακές
    και γιορτές.

  23. Επιτρέπεται να φωτογραφίζω ή να βιντεοσκοπώ
    αστυνομικούς;
    Μάλλον όχι. Το νομικό καθεστώς δεν είναι απολύτως σαφές. Η απάντηση
    είναι με βεβαιότητα ναι, αν πρόκειται για το μοναδικό αποδεικτικό μέσο με το
    οποίο αποδεικνύεται η αθωότητα ενός κατηγορουμένου.
  24. Υπάρχουν αστυνομικοί εν ώρα υπηρεσίας που
    φορούν πολιτικά;
    Ναι.
    Άρ. 7 παρ. 1 π.δ. 538/1989
    Οι αστυνομικοί φέρουν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους την προβλεπομένη από τις ισχύουσες διατάξεις στολή και με τον καθοριζόμενο από
    αυτές τρόπο.
    Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται να φέρουν πολιτική περιβολή όσοι υπηρετούν:
    α) Σε υπηρεσίες ασφάλειας, κατά την εκτέλεση των ειδικών τους καθηκόντων.
    β) Σε οποιαδήποτε Υπηρεσία, μετά από έγκριση των προϊσταμένων τους.

  25. Είναι ο αστυνομικός υποχρεωμένος να δηλώσει
    ότι είναι αστυνομικός, αν τον ρωτήσω;
    Ναι, αλλά μόνο αν επεμβαίνει εκείνη την στιγμή και όχι αν π.χ. απλά περιπολεί ή επιτηρεί. Το νομικό καθεστώς δεν είναι απολύτως σαφές.
    Άρ. 7 παρ. 2 π.δ. 538/1989
    Οι αστυνομικοί που φέρουν πολιτική περιβολή υποχρεούνται κατά την
    άσκηση των καθηκόντων τους να δηλώνουν την ιδιότητά τους και ταυτόχρονα να επιδεικνύουν το δελτίο της υπηρεσιακής τους ταυτότητας.
    Άρ. 2 π.δ. 254/2004
    Ο αστυνομικός:
    α. Υπόκειται στις αρχές της διαρκούς ετοιμότητας και της διαρκούς διατεταγμένης υπηρεσίας.
    β. Εφαρμόζει τον Νόμο με κοινωνική ευαισθησία και ουδέποτε υπερβαίνει
    τα επιτρεπόμενα όρια της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχεται. Όταν
    επεμβαίνει, υποχρεούται να δηλώνει την ιδιότητα, την ταυτότητα και την Υπηρεσία του.
    γ. Εκτελεί τα καθήκοντα του με αμεροληψία, αντικειμενικότητα, διαφάνεια,
    σύνεση, αυτοκυριαρχία, σταθερότητα, αποφασιστικότητα και αξιοπρέπεια,
    προστατεύοντας, χωρίς διάκριση, όλους τους πολίτες από παράνομες σε βάρος τους πράξεις.
  26. Πότε επιτρέπεται ένας αστυνομικός να με απειλήσει με το όπλο του;
    Μόνον εφόσον συντρέχει κίνδυνος ένοπλης επίθεσης.
    Άρ. 3 παρ. 1 Ν. 3169/2003
    Ο αστυνομικός επιτρέπεται κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του να προτάσσει το πυροβόλο όπλο, εφόσον συντρέχει κίνδυνος ένοπλης επίθεσης σε
    βάρος αυτού ή τρίτου.

  27. Πότε επιτρέπεται ένας αστυνομικός να πυροβολήσει για εκφοβισμό;
    Προκειμένου να προειδοποιήσει για πυροβολισμό κατ’ ανθρώπου.
    Άρ. 3 παρ. 4 Ν. 3169/2003
    Ο εκφοβιστικός πυροβολισμός ή ο πυροβολισμός κατά πραγμάτων επιτρέπεται, ιδίως σε περιπτώσεις κινδύνου από ζώο ή προειδοποίησης για πυροβολισμό εναντίον ανθρώπου, εφόσον έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα,
    ώστε να μην πληγεί άνθρωπος από αστοχία ή εξοστρακισμό του βλήματος.
  28. Πότε επιτρέπεται ένας αστυνομικός να πυροβολήσει εναντίον ανθρώπου για να τον ακινητοποιήσει;
    Σε αρκετές περιπτώσεις, όπου περιλαμβάνεται η ένοπλη επίθεση, ο αφοπλισμός αστυνομικού, η σύλληψη ενόπλου κλπ.
    Άρ. 3 παρ. 5 Ν. 3169/2003
  29. Ο πυροβολισμός ακινητοποίησης επιτρέπεται, αν αυτό απαιτείται:
    α. Για την απόκρουση ένοπλης επίθεσης, εφόσον η επίθεση άρχισε ή επίκειται, ώστε κάθε καθυστέρηση αντίδρασης να καθιστά αναποτελεσματική την
    άμυνα.
    β. Για την αποτροπή επικείμενης τέλεσης ή εξακολούθησης κοινώς επικίνδυνου κακουργήματος ή κακουργήματος που τελείται με χρήση ή απειλή
    σωματικής βίας.
    γ. Για την σύλληψη καταδικασθέντος ή υποδίκου ή καταδιωκομένου που
    καταλαμβάνεται να τελεί επ’ αυτοφώρω κακούργημα ή πλημμέλημα, εφόσον αντιδρά στην σύλληψή του και υπάρχει άμεσος κίνδυνος να κάνει χρήση
    όπλου.
    δ. Για την αποτροπή παράνομης εισόδου στην χώρα ή εξόδου από αυτή
    προσώπων που επιχειρούν παράνομη διακίνηση ανθρώπων ή πραγμάτων και
    φέρουν όπλα του εδ. α΄ της παρ. 1 του άρ. 1 Ν. 2168/1993.
    ε. Για την προστασία εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας ή χώρων, στους
    οποίους φυλάσσονται αντικείμενα επικίνδυνα για την δημόσια υγεία ή την
    δημόσια τάξη ή πειστήρια εγκλήματος, εφόσον η φύλαξη τους έχει ανατεθεί


    ειδικά στον αστυνομικό και επιχειρείται βίαιη είσοδος, προσβολή ή αφαίρεση
    των φυλασσομένων από ένοπλο.
    στ. Για την αποτροπή απόδρασης ή ελευθέρωσης κρατουμένου που επιχειρείται με ένοπλη επίθεση.
    ζ. Για την αποτροπή αφοπλισμού αστυνομικού κατά την υπηρεσία του.
  30. Πότε επιτρέπεται ένας αστυνομικός να πυροβολήσει εναντίον ανθρώπου για να τον εξουδετερώσει;
    Κυρίως όταν συντρέχει κίνδυνος θανάτου ή βαρειάς σωματικής βλάβης.
    Άρ. 3 παρ. 6 Ν. 3169/2003
  31. Ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης επιτρέπεται, αν αυτό απαιτείται:
    α. για την απόκρουση επίθεσης ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο θανάτου ή
    βαριάς σωματικής βλάβης ανθρώπου,
    β. για την διάσωση ομήρων, για τους οποίους απειλείται κίνδυνος θανάτου
    ή βαριάς σωματικής βλάβης
  1. Πότε επιτρέπεται πυροβολισμός κατά ανηλίκου;
    Μόνο σε περίπτωση αποτροπής κινδύνου θανάτου.
    Άρ. 3 παρ. 7 περ. γ΄ Ν. 3169/2003
  2. Πυροβολισμός ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης απαγορεύεται: […]
    γ. εναντίον ανηλίκου, εκτός αν αποτελεί το μοναδικό μέσο για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου θανάτου. Ως ανήλικος θεωρείται το πρόσωπο που
    δεν έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του.

    Η ΣΥΛΛΗΨΗ
  3. Επιτρέπεται να συλληφθώ χωρίς ένταλμα;
    Ναι, αν συντρέχει αυτόφωρο έγκλημα.
    Άρ. 6 παρ. 1 Σ
    Kανένας δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται χωρίς αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα, που πρέπει να επιδοθεί τη στιγμή που γίνεται η σύλληψη ή η
    προφυλάκιση. Εξαιρούνται τα αυτόφωρα εγκλήματα.
  4. Μπορεί να συλληφθώ, αν παραβιάσω κάποιο από
    τα μέτρα τα σχετικά με την πανδημία;
    Ναι. Κάποιες παραβάσεις έχουν διοικητικό χαρακτήρα, βεβαιώνεται δηλαδή ένα διοικητικό πρόστιμο, ενδέχεται όμως να συντρέχει παράβαση του άρ.
    285 ΠΚ.
    Άρ. 285 παρ. 1 ΠΚ
    Όποιος παραβιάζει τα µέτρα που έχει διατάξει ο νόµος ή η αρµόδια αρχή
    για να αποτραπεί η εισβολή ή η διάδοση µιας µεταδοτικής ασθένειας τιµωρείται: α) µε φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηµατική ποινή αν από την πράξη µπορεί
    να προκύψει κοινός κίνδυνος για ζώα, β) µε φυλάκιση και χρηµατική ποινή
    αν από την πράξη µπορεί να προκύψει κίνδυνος µετάδοσης της ασθένειας σε
    αόριστο αριθµό ανθρώπων.
  5. Είναι επιτρεπτή η άσκηση βίας κατά την σύλληψη;
    Ναι, υπό τον όρο ότι αυτή είναι πρόσφορη (: κατάλληλη να επιτύχει την
    σύλληψη, άρα όχι μετά από αυτήν), αναγκαία (: όσο το δυνατόν μικρότερη) και
    αναλογική (: δεν προκαλεί δυσανάλογες σωματικές βλάβες ή θάνατο).
    Άρ. 278 παρ. 2 ΚΠΔ
    Τα αρµόδια για τη σύλληψη όργανα οφείλουν να συµπεριφέρονται µε κάθε
    δυνατή ευγένεια σε αυτόν που συλλαµβάνουν και να σέβονται την τιµή του.
    Γι’ αυτό δεν πρέπει να µεταχειρίζονται βία παρά µόνο αν υπάρχει ανάγκη και
    δεν επιτρέπεται να τον δεσµεύουν παρά µόνο όταν ο συλλαµβανόµενος αντιστέκεται ή είναι ύποπτος φυγής.
  6. Είναι υποχρεωτικές οι χειροπέδες;
    Όχι.
    Άρ. 278 παρ. 2 ΚΠΔ
    Γι’ αυτό δεν πρέπει να µεταχειρίζονται βία παρά µόνο αν υπάρχει ανάγκη
    και δεν επιτρέπεται να τον δεσµεύουν παρά µόνο όταν ο συλλαµβανόµενος
    αντιστέκεται ή είναι ύποπτος φυγής.
  7. Πρέπει η Αστυνομία να με ενημερώσει για τα δικαιώματά μου κατά την στιγμή της σύλληψης;
    Ναι.
    Άρ. 2 π.δ. 254/2004
    Ο αστυνομικός: […]
    ζ. Βεβαιώνει χωρίς διακρίσεις τις παραβάσεις του νόμου, ενεργώντας με
    ευθυκρισία, ψυχραιμία και ευγένεια. Εξηγεί στον παραβάτη την παράβαση
    που διέπραξε, καθώς και τα δικαιώματα του, κατά τρόπο σαφή, ώστε να μην
    καταλείπονται αμφιβολίες, αποφεύγοντας τις αντιδικίες και τις υπερβολές.
    Άρ. 3 π.δ. 254/2004
    Ο αστυνομικός: […]
    β. Ενημερώνει αμέσως τον κρατούμενο για τον λόγο της σύλληψης και
    κράτησης του, για τις εναντίον του κατηγορίες, τα δικαιώματά του και για
    την διαδικασία που εφαρμόζεται στην περίπτωσή του. Κρατούμενος που δεν
    κατανοεί την ομιλούμενη γλώσσα ενημερώνεται σε γλώσσα που γνωρίζει με
    διερμηνέα ή με τον προσφορότερο τρόπο.
  8. Υπάρχουν μέρη όπου απαγορεύεται η σύλληψη;
    Ναι, αλλά με ελάχιστη πρακτική σημασία.
    Άρ. 278 παρ. 1 ΚΠΔ
    Σύλληψη δεν µπορεί να γίνει: α) όσο διαρκεί η ιερουργία, σε οίκηµα που
    προορίζεται για τη θεία λατρεία […].
    Άρ. 117 παρ. 1 π.δ. 141/1991
    Οι χώροι των πρεσβειών ξένων κρατών στην Ελλάδα είναι απαραβίαστοι
    και το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, δεν επιτρέπεται να εισέρχονται
    σ’ αυτούς, αν δεν το επιτρέψει ο αρχηγός της διπλωματικής αποστολής, για
    την σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου είτε για αυτόφωρο έγκλημα είτε βάσει
    νόμιμου καταδιωκτικού εγγράφου. Δύναται όμως να φρουρήσει εξωτερικά
    τον χώρο για να επιδιωχθεί διά της διπλωματικής οδού η παράδοση του καταδιωκόμενου, εφόσον δεν προστατεύεται από το προνόμιο της ετεροδικίας.
  9. Πόση ώρα μπορεί να κρατηθώ από την Αστυνομία;
    Μέχρι 24 ώρες.
    Άρ. 6 παρ. 2 Σ
    Όποιος συλλαμβάνεται για αυτόφωρο έγκλημα ή με ένταλμα προσάγεται
    στον αρμόδιο ανακριτή [: Εισαγγελέα] το αργότερο μέσα σε 24 ώρες από την
    σύλληψη, αν όμως η σύλληψη έγινε έξω από την έδρα του ανακριτή, η προσαγωγή γίνεται μέσα στον απολύτως αναγκαίο χρόνο για την μεταγωγή του.
    Άρ. 279 παρ. 1 ΚΠΔ
    Ο συλλαµβανόµενος επ’ αυτοφώρω ή µε ένταλµα οδηγείται χωρίς αναβολή
    στον αρµόδιο εισαγγελέα, το αργότερο µέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες από
    τη σύλληψή του και, αν η σύλληψη έγινε έξω από την έδρα του, στον απολύτως αναγκαίο χρόνο για την µεταφορά του […]. Ειδικά σε περίπτωση σύλληψης επ’ αυτοφώρω για πληµµέληµα, ο ανακριτικός υπάλληλος εντός δώδεκα
    (12) ωρών ειδοποιεί µε το ταχύτερο µέσο τον εισαγγελέα… ο οποίος µπορεί,
    λαµβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήµατος και την προσωπικότητα
    του δράστη, να δώσει εντολή να αφεθεί αυτός ελεύθερος και να µην εφαρµοσθεί η προβλεπόµενη για τα αυτόφωρα εγκλήµατα διαδικασία του άρθρου
    418 παρ. 1 εδ. α΄ και παρ. 2. Στην περίπτωση αυτή ο ανακριτικός υπάλληλος
    υποβάλλει στον εισαγγελέα, χωρίς χρονοτριβή, όλες τις εκθέσεις που συντάχθηκαν για τη συγκεκριµένη υπόθεση.
  10. Μπορεί η Αστυνομία να μου κάνει σωματική
    έρευνα;
    Ναι.
    Άρ. 257 ΚΠΔ
  11. Στους κατηγορουµένους γίνεται σωµατική έρευνα, όταν εκείνος που διεξάγει την ανάκριση κρίνει ότι εξαιτίας σπουδαίων λόγων είναι χρήσιµη για την
    εξακρίβωση της αλήθειας. Σε τρίτα πρόσωπα διενεργείται σωµατική έρευνα,
    όταν υπάρχει σοβαρή και βάσιµη υπόνοια ότι θα βρεθούν ίχνη ή άλλα αντικείµενα που σχετίζονται µε την κατηγορούµενη πράξη ή απόλυτη ανάγκη. Με
    την διεξαγωγή της σωµατικής έρευνας δεν θα πρέπει να προκαλείται βλάβη
    στην υγεία του προσώπου που υπόκειται σε αυτήν, ούτε να θίγεται, κατά το
    δυνατό, η αξιοπρέπειά του. Η διάταξη του άρ. 199 ΚΠΔ εφαρµόζεται και στις
    σωµατικές έρευνες.
  12. Η σωµατική έρευνα πρέπει να γίνεται ιδιαιτέρως και χωριστά για κάθε
    πρόσωπο. Αν αναζητείται ορισµένο πράγµα ή έγγραφο, εκείνος που ενεργεί
    την έρευνα καλεί προηγουµένως τον κάτοχό του να το παραδώσει.
    Άρ. 199 ΚΠΔ
  13. Κανένα πρόσωπο δεν είναι υποχρεωµένο να ανεχθεί την εξέταση του
    σώµατός του από πραγµατογνώµονα κατά τρόπο που θίγει την ανθρώπινη
    αξιοπρέπεια.
  14. Αν από την πραγµατογνωµοσύνη είναι ενδεχόµενο να αισθανθεί ντροπή
    ο εξεταζόµενος, εκείνος που διατάσσει την πραγµατογνωµοσύνη του ανακοινώνει ότι µπορεί να ζητήσει να παρευρεθεί κατά την εξέτασή του πρόσωπο της εµπιστοσύνης του. Τέτοια αίτηση δεν γίνεται δεκτή, αν παρουσιάζεται
    ανυπέρβλητο κώλυµα να παραστεί έγκαιρα το πρόσωπο που υποδείχθηκε. Το
    κώλυµα µνηµονεύεται ειδικά στην έκθεση που συντάσσεται.
  15. Μπορεί να κάνει σωματική έρευνα σε γυναίκα άνδρας αστυνομικός;
    Όχι.
    Άρ. 96 παρ. 3ε π.δ. 141/1991
    ε. Σωματική έρευνα σε γυναίκα γίνεται από γυναίκα αστυνομικό και, αν δεν
    υπάρχει, από άλλη γυναίκα της εκλογής του αστυνομικού.
  16. Επιτρέπεται ο αστυνομικός να φέρεται με σκαιότητα, να είναι προσβλητικός κλπ;
    Όχι.
    Άρ. 2 παρ. 4 π.δ. 538/1989
    Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους οι αστυνομικοί: […]
  17. Συμπεριφέρονται με λεπτότητα, σεμνότητα και ευγένεια, επιδεικνύοντας
    πνεύμα μετριοπάθειας και επιείκειας.
    Άρ. 97 παρ. 1ιβ π.δ. 141/1991
    ιβ. Σε κάθε επαφή του με ανήλικους, πρέπει να τους φέρεται με στοργή και
    ευπροσηγορία και να αποφεύγει κάθε ενέργεια που μπορεί να τους ταπεινώσει και να τους αφήσει δυσμενή για την Αστυνομία ψυχικά βιώματα.
  18. Είναι παράνομο να αντισταθώ στην σύλληψή μου;
    Ναι.
    Άρ. 167 ΠΚ
  19. Όποιος µε βία ή απειλή βίας επιχειρεί να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή
    υπάλληλο να ενεργήσει πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή να παραλείψει νόµιµη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί εναντίον του ή κατά
    προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για
    να τον υποστηρίξει κατά τη διάρκεια της νόµιµης ενέργειάς του (αντίσταση),
    τιµωρείται µε φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηµατική ποινή.
  20. Αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό
    προσωπικό κίνδυνο ή η πράξη έγινε από πρόσωπο που οπλοφορεί ή φέρει
    αντικείµενα µε τα οποία µπορεί να προκληθεί σωµατική βλάβη, επιβάλλεται
    φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηµατική ποινή, εφόσον η πράξη δεν
    τιµωρείται βαρύτερα µε άλλη διάταξη.
  21. Μπορώ να συλλάβω τον δράστη ενός αυτόφωρου
    εγκλήματος;
    Ναι, εάν το έγκλημα στρέφεται κατά ατομικών εννόμων αγαθών (κλοπή,
    σωματική βλάβη, ληστεία, ανθρωποκτονία κ.τ.τ).
    Άρ. 275 παρ. 1 ΚΠΔ
    Προκειµένου για αυτόφωρα κακουργήµατα και πληµµελήµατα οι ανακριτικοί υπάλληλοι του άρ. 31 ΚΠΔ, καθώς και κάθε αστυνοµικό όργανο, έχουν
    υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης το δικαίωµα, να συλλάβουν τον δράστη, τηρώντας τις διατάξεις του Συντάγµατος και του άρ. 279 ΚΠΔ για την
    άµεση προσαγωγή του στον Εισαγγελέα.

    ΜΕΤΑ ΤΗΝ
    ΣΥΛΛΗΨΗ
  22. Μπορεί να περάσω από αυτόφωρο;
    Ναι, αν κατηγορείσαι για πλημμέλημα, εκτός αν είσαι ανήλικος ή δικηγόρος
    ή αστυνομικός.
    Άρ. 242 παρ. 3 ΚΠΔ
    Τα εγκλήµατα που τελούνται από ανηλίκους δεν δικάζονται ως αυτόφωρα.
  23. Είμαι υποχρεωμένος να επιτρέψω να μου πάρουν
    τα δακτυλικά αποτυπώματα;
    Ναι.
    Άρ. 27 παρ. 1 π.δ. 342/1977
    Εις εγκληματολογικήν σήμανσιν ήτοι: δακτυλοσκόπησιν, ανθρωπομέτρησιν, περιγραφήν και φωτογράφησιν υπόκειται παν άτομον: α) Νομίμως συλλαμβανόμενον […].
    Άρ. 27 παρ. 4 π.δ. 342/1977
    Τα υποκείμενα εις εγκληματολογικήν σήμανσιν άτομα και αρνούμενα ταύτην διώκονται και τιμωρούνται κατά τας διατάξεις του άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ [άρνηση μαρτυρίας].
  1. Έχω δικαίωμα να έχω δικηγόρο;
    Ναι.
    Άρ. 105 παρ. 2 ΚΠΔ
    Ο εξεταζόµενος έχει το δικαίωµα πρόσβασης σε δικηγόρο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση προτού εξεταστεί από την αστυνοµία ή άλλη αρχή επιβολής του νόµου ή δικαστική αρχή.
  2. Αν δεν μιλάω ελληνικά, έχω δικαίωμα σε διερμηνέα;
    Ναι.
    Άρ. 101 ΚΠΔ
    Ο ύποπτος ή ο κατηγορούµενος που δεν οµιλεί ή δεν κατανοεί επαρκώς
    την ελληνική γλώσσα έχει το δικαίωµα σε διερµηνεία καθώς και σε γραπτή
    µετάφραση όλων των ουσιωδών εγγράφων της διαδικασίας, σύµφωνα µε όσα
    προβλέπονται στα άρ. 233 και 237 ΚΠΔ.
  3. Αν είμαι αλλοδαπός, έχω δικαίωμα να επικοινωνήσω με το προξενείο μου;
    Ναι.
    Άρ. 98 παρ. 2 ΚΠΔ
    Ο κατηγορούµενος που είναι αλλοδαπός και στερείται την ελευθερία του
    έχει δικαίωµα να επικοινωνεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, µε τις προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι υπήκοος. Έχει επίσης δικαίωµα
    επίσκεψης από τις προξενικές του αρχές, δικαίωµα συνοµιλίας και αλληλογραφίας µαζί τους και δικαίωµα να κανονίζεται η νοµική του εκπροσώπηση
    από αυτές, εφόσον οι εν λόγω αρχές δεν έχουν αντίρρηση.
  4. Μπορεί η Αστυνομία να μου κατάσχει το κινητό
    μου τηλέφωνο;
    Ναι.
    Άρ. 280 ΚΠΔ
    Όλα τα έγγραφα και τα άλλα αντικείµενα που βρέθηκαν σε αυτόν που έχει
    συλληφθεί και έχουν σχέση µε το έγκληµα κατάσχονται και παραδίδονται µε
    αυτόν και την σχετική έκθεση στον αρµόδιο εισαγγελέα ή ανακριτή.
  5. Μπορεί η Αστυνομία να μου ζητήσει τον κωδικό
    του κινητού μου τηλεφώνου;
    Όχι, δεν προβλέπεται πουθενά σχετική υποχρέωση.
  6. Έχω δικαίωμα να κάνω ένα τηλεφώνημα;
    Ναι.
    Άρ. 98 παρ. 1 ΚΠΔ
    Ο κατηγορούµενος που στερείται την ελευθερία του έχει δικαίωµα επικοινωνίας, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, µε ένα τουλάχιστον τρίτο πρόσωπο που έχει υποδείξει ο ίδιος.
  7. Έχω δικαίωμα να διαβάσω τα έγγραφα της δικογραφίας, πριν απολογηθώ;
    Ναι.
  8. Έχω δικαίωμα να πάρω αντίγραφα της απολογίας
    μου και της υπόλοιπης δικογραφίας μετά την απολογία μου;
    Ναι.
    Άρ. 105 παρ. 1 ΚΠΔ
    Όταν ενεργείται προανάκριση σύµφωνα µε το άρ. 245 παρ. 2 ΚΠΔ, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρ. 273 και 274 ΚΠΔ και εκείνος
    που εξετάζεται έχει τα δικαιώµατα που αναφέρονται στα άρ. 91, 95, 96, 97, 98,
    100, 101, 103 και 104 ΚΠΔ.
  9. Επιτρέπεται να αρνηθώ να απαντήσω στις ερωτήσεις της Αστυνομίας;
    Ναι.
    Δικαίωµα σιωπής και µη αυτοενοχοποίηση (άρ. 104 ΚΠΔ)
  10. Ο ύποπτος ή ο κατηγορούµενος έχουν δικαίωµα σιωπής και µη αυτοενοχοποίησης.
  11. Η άσκηση του δικαιώµατος µη αυτοενοχοποίησης δεν εµποδίζει τη νόµιµη
    συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη
    βούληση των υπόπτων και των κατηγορουµένων.
  12. Η άσκηση του δικαιώµατος σιωπής και µη αυτοενοχοποίησης δεν µπορεί
    να αξιοποιηθεί σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουµένων.
  13. Επιτρέπεται η Αστυνομία να ασκήσει ψυχολογική
    βία εις βάρος μου;
    Όχι.
  14. Πώς θα πληροφορηθώ τα δικαιώματά μου;
    Με ειδικό έγγραφο.
    Χορήγηση εγγράφου περί των δικαιωμάτων (άρ. 96 ΚΠΔ)
  15. Στον ύποπτο ή τον κατηγορούµενο, ο οποίος συλλαµβάνεται ή κρατείται,
    παρέχεται αµέσως έγγραφο στο οποίο καταγράφονται τα δικαιώµατά του και
    του επιτρέπεται να το διατηρεί στην κατοχή του καθ’ όλη τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας του. Το έγγραφο αυτό περιλαµβάνει πληροφορίες σχετικά µε τα ακόλουθα δικαιώµατα: α) το δικαίωµα παράστασης µε συνήγορο, β)
    το δικαίωµα και τις προϋποθέσεις παροχής δωρεάν νοµικών συµβουλών, γ) το
    δικαίωµα ενηµέρωσης σχετικά µε την κατηγορία, δ) το δικαίωµα διερµηνείας
    και µετάφρασης,… ε) το δικαίωµα σιωπής και µη αυτοενοχοποίησης, στ) το

    δικαίωµα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας, ζ) το δικαίωµα ενηµέρωσης
    των προξενικών αρχών και ενός επιπλέον προσώπου της επιλογής του, η) το
    δικαίωµα σε επείγουσα ιατρική περίθαλψη, θ) τον ανώτατο αριθµό ωρών ή
    ηµερών κατά τις οποίες ο κατηγορούµενος δύναται να στερηθεί της ελευθερίας του προτού προσαχθεί ενώπιον δικαστικής αρχής και ι) πληροφορίες σχετικά µε τις δυνατότητες προσβολής του νόµιµου χαρακτήρα της σύλληψης ή
    της κράτησης.
  16. Μπορώ να μηνύσω προσωπικά έναν αστυνομικό
    και για ποια αδικήματα;
    Ναι, ιδίως για βασανιστήρια, σωματικές βλάβες, παράβαση καθήκοντος,
    εξύβριση κ.τ.τ.
    Βασανιστήρια (άρ. 137Α ΠΚ)
  17. Υπάλληλος ή στρατιωτικός, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη,
    η ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωµάτων
    ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή η επιµέλεια κρατουµένων, τιµωρείται µε
    κάθειρξη έως δέκα έτη, εάν υποβάλλει σε βασανιστήρια κατά την εκτέλεση
    αυτών των καθηκόντων πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του µε σκοπό:
    α) να αποσπάσει από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο οµολογία, κατάθεση, πληροφορία ή δήλωση ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας, β) να το τιµωρήσει ή γ) να εκφοβίσει αυτό ή τρίτα πρόσωπα. Με την ίδια
    ποινή τιµωρείται υπάλληλος ή στρατιωτικός, που µε εντολή των προϊσταµένων του ή αυτοβούλως σφετερίζεται τέτοια καθήκοντα και τελεί τις πράξεις
    του προηγούµενου εδαφίου.
  18. Επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν οι πράξεις της προηγούµενης παραγράφου: α) τελούνται µε µέσα ή τρόπους συστηµατικού βασανισµού, ιδίως κτυπήµατα στα πέλµατα του θύµατος (φάλαγγα), ηλεκτροσόκ,
    εικονική εκτέλεση ή παραισθησιογόνες ουσίες ή β) έχουν ως αποτέλεσµα τη
    βαριά σωµατική βλάβη του θύµατος. Η ποινή αυτή επιβάλλεται και όταν ο
    υπαίτιος, ως προϊστάµενος, έδωσε την εντολή τέλεσής τους.
  19. Σωµατική κάκωση, βλάβη της υγείας, άσκηση παράνοµης σωµατικής ή
    ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που τελείται από τα πρόσωπα, υπό τις περιστάσεις και για τους σκοπούς που προβλέπει η παράγραφος 1, εφόσον δεν υπάγεται στην έννοια των
    βασανιστηρίων, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηµατική ποινή, αν δεν τιµωρείται βαρύτερα µε άλλη διάταξη.

    Επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη αν συντρέχει η περίπτωση β΄ της προηγούµενης παραγράφου. Ως προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θεωρούνται ιδίως: α) η χρησιµοποίηση ανιχνευτή αλήθειας, β) η παρατεταµένη
    αποµόνωση, γ) η σοβαρή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας.
  20. Αν οι πράξεις των προηγούµενων παραγράφων επέφεραν το θάνατο του
    θύµατος επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών.
  21. Βασανιστήρια συνιστούν, κατά το άρθρο αυτό, κάθε µεθοδευµένη πρόκληση έντονου σωµατικού πόνου ή σωµατικής εξάντλησης επικίνδυνης για
    την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη καθώς
    και κάθε παράνοµη χρησιµοποίηση χηµικών, ναρκωτικών ή άλλων φυσικών ή
    τεχνικών µέσων µε σκοπό να κάµψουν τη βούληση του θύµατος. Δεν υπάγονται στην έννοια των βασανιστηρίων πράξεις ή συνέπειες συµφυείς προς τη
    νόµιµη εκτέλεση ποινής ή άλλου νόµιµου περιορισµού της ελευθερίας ή προς
    άλλο νόµιµο µέτρο δικονοµικού καταναγκασµού.
  22. Επιτρέπεται να επικαλεστώ συγγνωστή νομική
    πλάνη ως προς τις αστυνομικές εξουσίες;
    Θεωρητικά ναι, πρακτικά όχι.
    Νομική πλάνη (άρ. 31 παρ. 2 ΠΚ)
    Η πράξη όµως δεν καταλογίζεται σε εκείνον που την τελεί, αν αυτός δεν
    είχε συνείδηση του άδικου χαρακτήρα της λόγω πλάνης που δεν µπορούσε να
    αποφύγει, µολονότι κατέβαλε την οφειλόµενη από τις περιστάσεις και δυνατή
    γι’ αυτόν επιµέλεια (συγγνωστή νοµική πλάνη).
    Συγγνωστή είναι η νομική πλάνη, όταν ο δράστης δεν κατέβαλε την οφειλόµενη
    από τις περιστάσεις και δυνατή για αυτόν επιµέλεια, ήτοι όταν δεν ώφειλε ή δεν
    ηδύνατο να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, όση επιμέλεια και αν
    κατέβαλλε (ΟλΑΠ 1179/1986).

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.