Στράτος και η μιζέρια του παπά (ΡΣΑΤΑ 7)

Θα ήταν ψέμα να πει ότι η μιζέρια του πατέρα του δεν του έφερνε κάποια χαρά.  Ο παπάς ξύπνησε ιδρωμένος.  Υπέφερε στα χέρια του ως παιδί, υπέφερε πολύ και κάθε πόνος που χτυπούσε τον πατέρα ήταν είδος δικαιοσύνης, ισορροπία στο Σύμπαν, αίτιο και αιτιατό κάπως να βρεθούν.  Όπως και να έρθουν τα πράγματα δεν θα πατσίσουν ποτέ.  Γιατί ο μισητός πατέρας του είχε αρχίσει να ξεχνάει.  Θα’θελε να εξαφανίσει την αρρώστια του μυαλού του για να τον αναγκάσει να θυμηθεί όσα είχε κάνει, να του τρίψει τις αμαρτίες του στα μούτρα.  Παλιότερα του άρεσε να αναφέρει φάσεις εκεί που έπιναν καφέ ή όταν δεν το περίμενε.  Μικρή χαρά να τον βλέπει να σφίγγεται στο πρόσωπο, να υποφέρει επειδή δεν ήξερε από που να αρχίσει να απολογείται.  Αλλά τώρα τα μάτια του είναι απόμακρα, το στόμα του σε μόνιμο χαζοχαρούμενο ύφος.  Τον συμπαθούνε όλοι στο γηροκομείο, τον λυπούνται, είναι το πιο εκνευριστικό πράγμα στον κόσμο να σου λένε “τι γλυκός πατέρας” ενώ βράζεις στο ζουμί σου επειδή ποτέ δεν θα μπορέσεις να βρεις το δίκιο σου πια.

Και ξύπνησε με εφιάλτη.  Ήταν ωμός πανικός.  Ο ήχος του χτυπήματος στην πόρτα.  Αλύπητα, βάρβαρα χτυπήματα στο κρανία του, ξαφνικό ξύπνημα.  Έρχονται.  Η καρδιά πετάγεται από αργό ρυθμό ύπνου σε πολυβόλο, τραντάζουν τα μηνίγγια, πετάγεται όρθιος, ορθάνοιχτα μάτια, σκοτάδι παντού.  Ανοίγει διάπλατα τα χέρια ψάχνοντας το παιδί.  Που είναι το παιδί;  Πλημμυρίζει φόβο, πνίγεται.  ¨Ερχονται.  Σφίγγει το παιδί να το εξαφανίσει αν μπορούσε με την αγκαλιά του, να το ησυχάσει. Τι άλλο πια να πηγαίνει πακέτο με αυτόν τον οχετό τρόμου;  Πιεσμένος από τον πανικό ψάχνει απεγνωσμένα μια οποιαδήποτε χαλάρωση, μια ανάσα.  Περιμένει χρόνια αυτή τη στιγμή, ο τρόμος της αναμονής ήταν μόνιμος σύντροφός του και τώρα είναι επιτέλους μαζί.

Αυτό που πρόκειται να γίνει είναι άγνωστο αλλά δεν θα χρειάζεται να το φοβάται πια.  Το δωμάτιο είναι τώρα ήσυχο και αγωνίζεται να αποκτήσει κάποια ένδειξη.  Ακούει μόνο την καρδιά του που χτυπάει τόσο δυνατά ώστε να τραντάζεται το στήθος του, τα χέρια τρέμουν και δίπλα του η γυναίκα του κοιμάται ήσυχη.  Νιώθει το ζεστό, απαλό κορμί της, το ανεπαίσθητο χαριτωμένο σχεδόν ροχαλητό.  Θα την πάρουν κι αυτήν, θα τα πάρουν όλα, όλους που αγάπησε, ακαριαία, αστραπιαία.  Αυτή η στιγμή θα στοιχειώσει όλη τη ζωή του.  Πάντα θα κοπανάνε την πόρτα στα μαύρα μεσάνυχτα.  Πάντα θα επανέρχονται.

Στράτος Διονυσίου μαζί με ήχο ξυπνητηριού. Μάλλον δεν ξύπνησε σπίτι του, τυχαίνει και σε παπάδες , ειδικά αν είναι νέοι και βράζει ακόμα το αίμα τους. “..κάντε του λεζάντα, την βραδιά να κλέψει”  Όταν δεν είχε ο ίδιος πρωινή ακολουθία και είχε κοιμηθεί με κάποιον που δούλευε στο εργοστάσιο παζλ και έπρεπε να φύγει νωρίς.  Αλλά ξυπνητήρι με ραδιόφωνο καιρό είχε να αντιμετωπίσει.  “Και τα μπουζούκια να κάψουν το πατάρι…”  Όπως και τον Στράτο Διονυσίου.  Αν ο παπάς ήθελε να ξυπνήσει με Στράτο Διονυσίου, ε, θα είχε πάει να γαμήσει τον Στράτο Διονυσίου, να ξυπνήσει δίπλα του.  Προσπάθησε να θυμηθεί με ποιόν ή ποιά είχε κοιμηθεί και γιατί αυτός ή αυτή μπορεί να επέλεγαν ξυπνητήρι με ραδιόφωνο σε συχνότητα από την οποία ενημερώνεται στις 6 το πρωί πως “γέμισε την πίστα, ο Σαλονικιός”.  ΄Τα ρολόγια και τα ξυπνητήρια εφευρέθηκαν για να Τον δοξάζουμε, όχι για να ξυπνάμε με εφιάλτες και Στράτο Διονυσίου.  Για αυτό ο Θεός έφτιαξε πολλούς ανθρώπους μάλλον.  Τα πάντα εν σοφία, σκέφτηκε.  Άλλη φορά να γαμάς άλλον που δεν έχει τέτοιο ξυπνητήρι, δεν ταιριάζει καν η συχνότητα του ξυπνητηριού με τη μουσική, λογικό να βλέπει εφιάλτες με τον πατέρα του.

Πριν δυο χρόνια είχε αρχίσει να υπνοβατεί και η γυναίκα που τον πρόσεχε πήρε τηλέφωνο τον παπά έτσι πρωινιάτικα.  “Τι να κάνω;  Κυκλοφορεί στο σπίτι σα μανιακός μια ώρα τώρα και ψάχνει κουβά.”  Δώσε του έναν κουβά, της λέω. “Ντεν καταλαβαίνει, θέλει λέει ένα μεγάλο κόκκινο κουβά γιατί θα κάνεις εμετό.”  Είχε αρχίσει να το χάνει από τότε, δεν το έπιασε ο παπάς με τη μία, ρώτησε γιατί να νομίζει ο πατέρας του ότι αυτός θα κάνει εμετό.  “Λέει έτσι είσαι, κάτι έφαγες, όλο εμετό κάνεις.”  Ο άτιμος ακόμα και γέρος ξεκούτης ήθελε να τον κάνει ρεζίλι εξ αποστάσεως στις 6 το πρωί στη Βουλγάρα.  Πράγματι μικρός έκανε εύκολα εμετό, ποτέ δεν βρήκανε γιατί, ίσως ήταν το πολύ λιβάνι.  Αλλά κατάφερε να μην τσαντιστεί εμφανώς, τον πήγε στον γιατρό, δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο, απλά το μυαλό του έφευγε σιγά σιγά.  Έπρεπε να το δουλεύει.  Έγραφε λοιπόν ο παπάς διάφορα αποσπάσματα από τις Γραφές και τα έκρυβε στο σπίτι, είπε στην κοπέλα να μην τα πειράζει, να τον βοηθάει να βρίσκει κάθε μέρα από ένα, να σκέφτεται.  Όποτε έβρισκε ένα, μιλούσαν στο τηλέφωνο για τον Θεό, πράγματα που είχαν γίνει, για πιστούς στην εξομολόγηση που θυμόταν ο πατέρας του κάθε τόσο διάφορες ιστορίες.  Σχεδόν αγαπησιάρικη στιγμή πατέρα και γιού μέχρι που το στράβωνε.

“Α, και που’σαι” του έλεγε πάντα στο τέλος.  “Χάλια γράμματα κάνεις, σχεδόν δεν κατάλαβα τι έγραφες σήμερα.”

Ακόμα και ξεκούτης αυτός ο άνθρωπος κατάφερνε να τον ξεφτιλίζει.

Τώρα θυμήθηκε σε ποιανής σπίτι ήταν. Μια παντρεμένη που την έψηνε πολύ καιρό και ρίχνανε κάνα πήδημα εδώ κι εκεί ένάμιση χρόνο τώρα. Στην αρχή δεν ήθελε να το κάνουν στην εκκλησία, ούτε στο γραφείο του εκεί κοντά, ούτε στο σπίτι του. “Πάμε στο δάσος απόψε που έχει χαμηλά σύννεφα” του είπε την πρώτη φορά. Κουβαλούσε και μια κουβέρτα, την έστρωσε κάτω. “Είσαι τρελή; Απεδώ περνάνε security, θα έρθει αστυνομία, θα μας δούνε.” Σιγά μη μας δούνε, σιγά μην βγούνε με τέτοια συννεφιά απόψε, γέλασε αυτή, άρχισαν το χαμούρεμα, γδύθηκε ο παπάς και τι το’θελε, σκάνε μύτη αστυνόμοι. Αυτή ένα φουστάνι είχε, το είχε βάλει ήδη κανονικά, αυτός με τα ράσα είχε μπλεχτεί, ρίχνουν φώτα από το περιπολικό, γυάλιζε το πουλί του εκεί που το είχε μόλις γλείψει αυτή, δεν ήξερε πως να το κρύψει ήταν και σηκωμένο ανάμεσα σε διάφορα ράσα και το κομποσχοίνι.

Ήταν ευγενικοί πάντως οι μπάτσοι, σκέφτηκε, δεν θα τους ξαναπώ μπάτσους, μια χαρά του φέρθηκαν, έσβησαν τον προβολέα και έφυγαν, αυτή αισθάνθηκε άσχημα και από τότε μια χαρά ερχόταν και στην εκκλησία και οπουδήποτε να τον φάει κανονικά.

Όλοι βλέπουμε εφιάλτες. Σε όλους τυχαίνουν άσχημα πράγματα. Το θέμα είναι να σου ξανασηκώνεται και να συνεχίζεις.

Ο Αλέκος Γκονζαλεζίδης είναι ΜεξικανοΠόντιος συγγραφέας, ποιητής, στοχαστής και πηδήκουλας. Στην αληθινή ζωή έχει έναν πατέρα γλύκα που φτιάχνει και γλυκά. Αν σας άρεσε αυτό το κεφάλαιο, είναι το έβδομο, χάσατε άλλες περιπέτειες του παπά (ναι, έχει και σεξ), διαβάστε τα εδώ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.