Της αρέσουν οι γυναίκες!

Αλλά η καλύτερή μου φίλη, στην οποία, παρεμπιπτόντως, άρεσαν πάντα οι ΑΝΤΡΕΣ; Και όχι απλά της ΑΡΕΣΑΝ οι άντρες, αλλά ΚΟΙΜΟΤΑΝ με φοβερή ευκολία μαζί τους -με πολύ περισσότερους απ’ ό,τι εγώ, οφείλω να προσθέσω- και δεν είχε εκδηλώσει ποτέ το παραμικρό ερωτικό ενδιαφέρον για γυναίκα όσον καιρό τη γνωρίζω.

Τουλάχιστον για καμία εκτός από κείνο το κορίτσι, την Μπριάννα, από την εστία.   Αλλά η Σάρι ήταν πολύ μεθυσμένη εκείνο το βράδυ και μου είπε πως ξύπνησε βρίσκοντας την Μπριάννα να κοιμά­ται δίπλα της χωρίς να έχει ιδέα πώς είχε βρεθεί εκεί.  Για μισό λεπτό. Μήπως αυτό ήταν κάποιο σημάδι; Θυμά­μαι ότι η Μπριάννα (και το αγόρι της) μου την έπεφταν για κάποιο διάστημα. Αλλά της είχα πει πως δεν ενδιαφερό­μουν. Γιατί η Σάρι δεν είχε πει όπως κι εγώ ότι δεν ενδια­φέρεται;  Αν και, για να πω την αλήθεια, δεν έχω ποτέ στη ζωή μου πιει όσο η Σάρι (μιας και η ίδια, αντίθετα από μένα, μπορεί να πάρει και κάποιες έξτρα θερμίδες χωρίς τύψεις).

Τέλος πάντων…

Αλλά, για περίμενε… Θυμάμαι πως της άρεσαν πάντα αυτά τα ξένα έργα που πρόβαλλε το σινεμά Μίσιγκαν στο Αν Άρμπορ. Ξέρετε, εκείνα τα γαλλικά, στα οποία νεαρά κορίτσια αφυπνίζονται σεξουαλικά συνήθως από άλλα, με­γαλύτερα σε ηλικία κορίτσια, που λειτουργούν ως μέντορές τους ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.

Θεέ μου! Αυτό, ας πούμε, ήταν ένα ακόμα σημάδι.

Και τώρα που το σκέφτομαι, υπήρχε και εκείνη η φορά που η Κάθυ Πεννμπέικερ… Θεέ μου! Πώς γίνεται όλα να καταλήγουν στην Κάθυ Πεννμπέικερ; Ναι, εκείνη η φορά που η Κάθυ Πεννμπέικερ μας προσκάλεσε σε ένα πιτζάμα πάρτι και μετά ήθελε να κάνουμε ομαδικό μπάνιο. Εγώ ήμουν της άποψης: «Εεε, δεν είμαστε λίγο μεγάλες για να κάνουμε μπάνιο όλες μαζί;». Στα δεκάξι μας.  Αλλά η Σάρι, αν θυμάμαι καλά, ακολούθησε την Κάθυ στο μπάνιο των γονιών της, ενώ εγώ έμεινα στο σαλόνι μα­ζί με την τότε καψούρα μου, τον Τιμ Ντέιλυ, και είδαμε τη­λεόραση.  Θεέ μου! Θυμάμαι ότι αναρωτιόμουν τι ήταν όλα αυτά τα πλατσουρίσματα και τα χαχανητά που άκουγα απ’ το σαλό­νι. Μέχρι και που είχα ανέβει τις σκάλες και τους είχα φωνάξει να κάνουν ησυχία, επειδή δεν μπορούσα ν’ ακούσω τι έλεγαν στο σίριαλ που παρακολουθούσαμε. Χριστέ μου, τι ντροπή!

Επομένως, ίσως να μην έπρεπε τελικά να νιώσω τόση έκ­πληξη. Και υποθέτω, λαμβάνοντας υπόψη το πόσο πολύ μί­λαγε η Σάρι για την Πατ, ότι η όλη κατάσταση δεν είναι και τόσο παράξενη. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι όλοι μας ξέ­ραμε ότι της ΑΡΕΣΕ.  Απλά δεν ξέραμε μέχρι ποιου σημείου. Και γιατί να μην της αρέσει δηλαδή;  Αφού η Σάρι μού έριξε τη βόμβα κι εγώ έμεινα να στέ­κομαι στο πεζοδρόμιο με το στόμα ανοιχτό σαν ηλίθια, μου άρπαξε το χέρι και είπε: «Έλα να τη γνωρίσεις».

Ήμουνα τόσο έκπληκτη από το νέο, που δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Όχι ότι θα το έκανα δηλαδή. Ήμουν φοβερά πε­ρίεργη να γνωρίσω το άτομο για το οποίο η Σάρι είχε παρα­τήσει τον Τσαζ, τον προηγούμενο μεγάλο έρωτα της ζωής της.  Και εντάξει, η Πατ δεν είναι και καμιά κουκλάρα, αλλά είναι μια λεπτοκαμωμένη, πρόσχαρη, ζωντανή γυναίκα γύ­ρω στα τριάντα, με φωτεινές κόκκινες μπούκλες που πέ­φτουν σαν καταρράχτης στην πλάτη της, λευκή επιδερμίδα και λαμπερά γαλάζια μάτια.

Έσφιξε το χέρι μου και μου είπε ότι είχε ακούσει πολλά για μένα και ότι υπέθετε ότι η είδηση για εκείνη και τη Σάρι μάλλον ήταν σοκ για μένα, αλλά αγαπούσε τη Σάρι πάρα πο­λύ και το πιο σημαντικό απ’ όλα ήταν ότι και τα σκυλιά της, ο Σκούτερ και ο Τζέθρο, έδειχναν να την αγαπάνε εξίσου.  Στην τελευταία πληροφορία δεν ήξερα τι ακριβώς να πω, κι έτσι είπα πως θα ήθελα πολύ να γνωρίσω τον Σκούτερ και τον Τζέθρο κάποια μέρα.  Έτσι, η Σάρι και η καινούρια της φίλη με προσκάλεσαν στο σπίτι τους το επόμενο Σαββατοκύριακο για να παρακο­λουθήσουμε μαζί ράγκμπι.

Σοβαρά, δεν ξέρω τι είναι πιο σοκαριστικό τελικά για μέ­να: το γεγονός ότι η καλύτερή μου φίλη είναι ερωτευμένη με κορίτσι ή ότι έχει αρχίσει να παρακολουθεί αγώνες ρά­γκμπι;

 

(Aπόσπασμα από το βιβλίο.)