H Ήπειρος θρηνεί την Δόμνα

Μπορεί να μην ήταν από την Ήπειρο αλλά έκανε σημαντικό έργο και για αυτή την γωνιά της Ελλάδας.

Από την ιστοσελίδα της:

http://www.domnasamiou.gr/?i=portal.el.albums&id=14   (Μπορείτε να τα ακούσετε δωρεάν απευθείας.)

Πραγματικά μια παγκόσμια πρώτη αποτελεί τόσο ο δίσκος της OCORA που ηχογραφήθηκε στο Παρίσι όσο και η συναυλία που προηγήθηκε εκεί το Φεβρουάριο του 1983. Kαι τα δύο με πρωτοβουλία του Άρη Φακίνου έκαναν για πρώτη φορά γνωστή στην Γαλλία την ηπειρώτικη πολυφωνική μουσική, που ήδη από τότε βρισκόταν υπό εξαφάνιση και ήταν περίπου άγνωστη ακόμη και στην Ελλάδα. Περιέχει πέντε πολυφωνικά, δύο ομοφωνικά τραγούδια καθώς και τρία οργανικά κομμάτια. Τραγουδιστές και μουσικοί προέρχονται από τα Κτίσματα Πωγωνίου.

Με εξαίρεση μια μελέτη του μουσικολόγου Σπύρου Περιστέρη, δημοσιευμένη στην Αθήνα το 1958, καμιά άλλη συστηματική εργασία για την πανάρχαια μουσική παράδοση της Ηπείρου και ιδιαίτερα τα πολυφωνικά της τραγούδια, δεν έχει πέσει ως τώρα στην αντίληψή μου. Ωστόσο κάθε μουσική παράδοση πιο πολύ κι απ’ τους ερευνητές έχει ανάγκη τους μουσικούς που θα τη συνεχίσουν. Κάτω απ’ αυτή την οπτική το μέλλον της ηπειρώτικης πολυφωνικής μουσικής είναι πολύ αβέβαιο. Όποιος ακούσει τον ανα χείρας δίσκο εύκολα θα αντιληφθεί πόσο επίπονη πρέπει να είναι η εκμάθηση τέτοιων τραγουδιών. Η εκτέλεσή τους απαιτεί όχι μόνο την βαθιά γνώση ενός πλούσιου και παραλλάσοντος ρεπερτορίου (σύμφωνα με τους ερμηνευτές που συνεργάστηκαν σ’ αυτόν το δίσκο κάθε τραγούδι διαθέτει συχνά πάνω από δέκα παραλλαγές, τόσο ως προς το στίχο όσο και ως προς τη μελωδία), αλλά και την εξοικίωση με την τεχνική της πολυφωνίας και τον αυτοσχεδιασμό. Αν προσθέσουμε και τη σκληρή φωνητική εξάσκηση που απαιτεί η τεχνική του jodel την οποία χρησιμοποιεί ο τραγουδιστής που αποκαλούν κλώστη, κατανοούμε ότι η μύηση στο πολυφωνικό τραγούδι πρέπει να αρχίζει από την παιδική ηλικία1 .

Σήμερα τα Κτίσματα, χωριό καταγωγής των μουσικών του δίσκου, όπως και όλη η Ήπειρος ερημώνεται από τη μετανάστευση. Τραγουδιστές και οργανοπαίκτες ζουν και εργάζονται στην Αθήνα. Πού και πού φίλοι και συγγενείς συναντιώνται με την ευκαιρία κάποιας γιορτής και η κοινότητα ανασυντάσσεται όπως όπως γύρω από ένα τραπέζι με μερικά μπουκάλια τσίπουρο. Οι μουσικοί εμφανίζουν τα όργανα: κλαρίνο, κανα δυο βιολιά, λαούτο, ντέφι. Παίζουν στη αρχή κάποιες μελωδίες «τραπεζάτικες», να ζεσταθεί λίγο η ατμόσφαιρα και να κυλήσει πιο καλά το τσίπουρο.

Ξαφνικά μια φωνή ξεπηδά, σχεδόν κραυγή θρηνητική, λίγες λέξεις, οι πρώτοι στίχοι ενός τραγουδιού της Ξενιτιάς: «Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμούμαι και λυπιούμαι…» Μια δεύτερη φωνή -ένας παιδικός φίλος ίσως ή κάποιος παλιός γείτονας στο χωριό- έρχεται ν’ απαντήσει στην πρώτη, κεντάει, αυτοσχεδιάζει, παρασέρνει τους άλλους συμποσιαστές. Το τραγούδι γίνεται περίτεχνο, οι μελωδικές φράσεις πλέκονται μεταξύ τους αλλά δεν μπερδεύονται ποτέ. Κι ενώ οι λιγότερο έμπειροι της παρέας κρατούν το ίσο, η φωνή του πρώτου τραγουδιστή δημιουργεί νέα ποικίλματα, οδηγώντας τους υπόλοιπους προς την απόληξη του τραγουδιού σαν σε ένα κοινό λυγμό.

Καθισμένα ολόγυρα τα παιδιά ή εγγόνια των μουσικών παρακολουθούν χωρίς να συμμετέχουν. Καμιά φορά κάποιο ειρωνικό χαμόγελο διαγράφεται στα χείλη τους: οι παλιοί διασκεδάζουν ξεσκίζοντας τις φωνητικές τους χορδές αλλά πόσο πιο απλό θα ήταν να πατήσουν το κουμπί ενός κασετόφωνου για ν’ακούσουν μπουζούκια ή ακόμη και ροκ…

«Όταν τους είπαμε ότι θα ερχόμασταν στη Γαλλία για να τραγουδήσουμε και να ηχογραφήσουμε δίσκο, μας κορόιδεψαν. Δεν καταλαβαίνουν πώς μπορεί κάποιοι να ενδιαφέρονται γι αυτά τα «κλαψιάρικα». Έτσι χαρακτηρίζουν τα παιδιά την μουσική μας», εξομολογήθηκε μια απ’ τις τραγουδίστριες κατά την ηχογράφηση.

Λίγες δεκάδες είναι και με το ζόρι σήμερα οι Ηπειρώτες που μπορούν να ερμηνεύσουν τα πολυφωνικά τραγούδια, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι. Η αιμοραγία της μετανάστευσης και η αλλαγή των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών στα χωριά, δεν ευνοούν πια τις γιορτές και τα πανηγύρια που έδιναν ζωή σ’ αυτή τη μουσική.