Αρχαία Ελληνικά ανέκδοτα – μέρος 2ο

 

Ρώτησαν τον Αριστοτέλη:

«Τι κερδίζουν όσοι λένε ψέματα;».

Ο φιλόσοφος απάντησε:

«Να μην τους πιστεύει κανείς και όταν ακόμα λένε την αλήθεια».

 

Ο Διογένης, όταν επρόκειτο να πουληθεί ως δούλος, κοροΐδευε τον έμπορο, που διαλαλούσε το εμπόρευμα,

ξαπλωμένος χάμω. Όταν ο έμπορος τον διέταξε να σηκω­θεί, δεν ήθελε να κάνει κάτι τέτοιο. Τον περιγελούσε με τούτα τα λόγια:

«Αν πουλούσες ψάρι, τι θα έκανες; Δεν θα έσκυβες να το πάρεις με τα χέρια σου;».

κάποιος στον Χρύσιππο ότι είναι πια γέρος και δεν έχει να περιμένει πολλά από τη ζωή. Ο φιλό­σοφος απάντησε:

«Κι εγώ θέλω να φύγω από τη ζωή. Όταν όμως σκέ­φτομαι ότι είμαι υγιής και ικανός να γράφω και να διαβά­ζω, παίρνω την απόφαση να μείνω στη ζωή».

 

Ο Απολλόδωρος έδινε στον Σωκράτη, προτού πιει το κώνειο, ένα καινούριο ρούχο, για να πεθάνει μ’ αυτό. Ο φιλόσοφος του είπε:

«Για ποιο λόγο να φορέσω καινούριο ρούχο; Αυτό που έχω ήταν κατάλληλο για να το φορώ όσο ζούσα και ακα­τάλληλο για να πεθάνω μ’ αυτό;».

 

Ο Γοργίας έφτασε σε βαθιά γεράματα. Πέθανε ύστερα από μια σύντομη αρρώστια, στη διάρκεια της οποίας βυθι­ζόταν σιγά σιγά σε ύπνο. Όταν τον επισκέφθηκε ένας φίλος του και τον ρώτησε για την υγεία του, ο Γοργίας του είπε:

«Ήρθε η στιγμή, κατά την οποία ο ύπνος αρχίζει να με παραδίδει στον αδελφό του, το θάνατο».

Ο Ανάχαρσης, όταν έμαθε ότι το εξωτερικό σανίδωμα ενός πλοίου έχει πάχος 4 δάχτυλα, είπε τρομαγμένος: «Ώστε τόσο λίγο απέχουν οι επιβάτες του πλοίου από το θάνατο!».

Ρώτησαν τον Διογένη αν έχει υπηρέτρια ή υπηρέτη. «Όχι», αποκρίθηκε. Τον ρώτησαν στη συνέχεια:

«Όταν πεθάνεις, ποιος θα φροντίσει για την κηδεία σου;».

Ο Διογένης είπε:

«Αυτός που θα χρειαστεί το σπίτι».

 

Ρωτήθηκε ο Διογένης αν ο θάνατος είναι κάτι κακό, και ο φιλόσοφος απάντησε:

«Πώς μπορούμε να πούμε ότι είναι κακό αυτό που, όταν έρθει, δεν το αισθανόμαστε;».

Κάποτε ο Βρασίδας έπιασε ένα ποντίκι. Τον δάγκωσε όμως και αναγκάστηκε να το αφήσει. Αμέσως στράφηκε σ’ αυτούς που ήταν μαζί του και τους είπε:

«Τίποτα δεν είναι τόσο μικρό ώστε να μη μπορεί να σώσει τη ζωή του με την τόλμη και το θάρρος του».

 

Οταν είδε ο Αλέξανδρος στην κατακτημένη από τους Πέρσες Μίλητο πολλά αγάλματα αθλητών, που είχαν νική­σει στους Ολυμπιακούς και τους Πυθικούς αγώνες, ρώτη­σε τους Μιλησίους:

«Πού βρίσκονταν τα τόσο λαμπρά αυτά σώματα, όταν οι βάρβαροι πολιορκούσαν την πόλη σας;».

 

Οταν είδε ο Διογένης έναν αδέξιο τοξότη, στάθηκε κοντά στον στόχο λέγοντας:

«Είναι ο μόνος τρόπος για να μη με χτυπήσει».

 

Παρακαλούσε ο Αρίστιππος τον τύραννο Διονύσιο να βοηθήσει ένα φίλο του. Ο Διονύσιος δεν έδινε σημασία και ο φιλόσοφος έπεσε στα πόδια του τυράννου. Κάποιος από το περιβάλλον ειρωνεύτηκε τον Αρίστιππο. Ο τελευταίος δικαιολόγησε την ενέργειά του:

«Δεν φταίω εγώ αλλά ο Διονύσιος, που έχει τα αφτιά στα πόδια του».

Ο Διονύσιος ο πρεσβύτερος, όταν ρωτήθηκε αν έχει ελεύθερο χρόνο κατά τον οποίο δεν ξέρει τι να κάνει, απάντησε:

«Εύχομαι να μη μου συμβεί ποτέ τέτοιο πράγμα».

 

Ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος έστειλε τον ποιητή Φιλόξενο να δουλέψει στα λατομεία, κι αυτό γιατί δεν αναγνώριζε την αξία των ποιημάτων που έγραφε ο τύραννος. Τον ξανακάλεσε όμως, για να ακούσει μερικά νέα ποιήματά του. Ο Φιλόξενος έδειξε στην αρχή κάποια ανοχή, ύστερα όμως σηκώθηκε να φύγει. Ο Διονύσιος τον ρώτησε:

«Πού πας τώρα;».

– «Και πάλι στα λατομεία», απάντησε ο ποιητής.

 

Ενας φλύαρος κουρέας ρώτησε τον Αρχέλαο, Βασιλιά της Μακεδονίας:

«Πώς θέλεις να σε κουρέψω;».

Ο Αρχέλαος απάντησε:

«Σιωπηλός!».

 

Μια γάτα ερωτεύτηκε έναν ωραίο νέο και παρακάλεσε την Αφροδίτη να τη μεταμορφώσει σε γυναίκα. Η θεά τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε μια όμορφη κοπέλα. Ο νέος, όταν την είδε, την αγάπησε και την παντρεύτηκε. Η

Αφροδίτη όμως είχε την περιέργεια να δει αν η γάτα αλλάζοντας μορφή άλλαξε και χαρακτήρα. Ξαπόλυσε μέσα στην κρεβατοκάμαρα έναν ποντικό. Τότε η γάτα-γυναίκα πήδησε από το κρεβάτι και κυνηγούσε τον ποντικό. Η Αφροδίτη θύμωσε και την ξανάφερε στην αρχική μορφή της.

 

Ο γιος μιας εταίρας πέταγε πέτρες σε περαστικούς. Ο Διογένης του είπε:

«Πρόσεχε μήπως ανάμεσα στους άλλους χτυπήσεις και τον πατέρα σου, που δεν γνωρίζεις».

 

Ο Διογένης έπαιρνε το γεύμα του στη μέση της αγο­ράς και μερικοί μαζεύτηκαν γύρω του αποκαλώντας τον «σκύλο». Ο Διογένης αντέστρεψε τον χαρακτηρισμό λέγο­ντας:

«Σκύλοι είστε εσείς, που μαζευτήκατε και κοιτάτε έναν άνθρωπο στο στόμα την ώρα που τρώει».

 

Κάποιος πολίτης αριστοκρατικής καταγωγής, αλλά μο­χθηρός, υπενθύμιζε στον Σωκράτη την άσημη καταγωγή του. Ο φιλόσοφος του έδωσε την απάντηση:

«Αν εγώ πρέπει να ντρέπομαι για τους άσημους προ­γόνους μου, οι υπέροχοι πρόγονοί σου πρέπει να νιώθουν ντροπή για σένα, τον ανάξιο απόγονό τους».


Ο Κροίσος, ο βασιλιάς της Λυδίας, λαμπρά στολισμέ­νος και καθισμένος πάνω στο θρόνο του, ρωτούσε τον Σόλωνα αν είχε δει πιο όμορφο θέαμα.

«Και βέβαια», είπε ο Σόλωνας,

«έχω δει κοκόρια και φασιανούς και παγώνια. Όλα αυτά έχουν μια φυσική και ασυγκρίτως ανώτερη ομορφιά».

 

Ο Πολυκράτης, τύραννος της Σάμου, χάρισε στον not- ητή Ανακρέοντα ένα τάλαντο χρυσάφι. Ο ποιητής του το επέστρεψε λέγοντας:

«Μισώ το δώρο που θα με αναγκάσει να μην κοιμάμαι τη νύχτα».

 

Για έναν τσιγκούνη πλούσιο ο Βίωνας έλεγε:

«Δεν εξουσιάζει αυτός την περιουσία, αλλά η περιουσία του εκείνον».

Ο Μ. Αλέξανδρος έστειλε στον Φωκίωνα 100 τάλα­ντα. Ο Αθηναίος πολιτικός ρώτησε τους ανθρώπους που του έφερναν το μεγάλο αυτό ποσό:

«Γιατί ο Αλέξανδρος διάλεξε εμένα απ’ όλους τους Α­θηναίους για να μου χαρίσει 100 τάλαντα;».

Οι απεσταλμένοι απάντησαν:

«Γιατί μόνο εσένα θεωρεί έντιμο άνθρωπο».

Ο Φωκίωνας αρνήθηκε να δεχτεί το δώρο λέγοντας: «Ας μ’ αφήσει λοιπόν και να είμαι και να φαίνομαι έντιμος».