Πλάθοντας με την κυρά Φροσύνη

Πιο γραφικό χωριό δεν γινόταν.  Κάθε πέτρα και κάθε γάτα στημένη για καρτ ποστάλ ένα πράγμα.  Το ταβερνάκι ακόμα περισσότερο, μουστάκα ο ιδιοκτήτης και ζόρικη προφορά.  Σε κάποια φάση φάνηκε και η μαγείρισσα.

“Να σας δείξω πως πλάθω το ψωμί;”

Ε, βέβαια τσίμπησαν οι κοπέλες της παρέας.  Αυτές που ούτε μακαρόνια δεν ξέρουν να φτιάξουν αλλά έχουν εκατό βιβλία μαγειρικής η καθεμιά.  Βρεθήκαμε στην κουζίνα.  Κι αυτή γραφική, σαν πίνακας του Λύτρα κάθε σκεύος από μουσείο.  Δίπλα στο τραπέζι ένας φούρνος έτοιμος, είχε βάλει στην άκρη τα κάρβουνα και περίμενε το ψωμί.   Η κυρά Φροσύνη έκοψε ένα κομματάκι ζύμη.

“Ποιος θέλει να δοκιμάσει πρώτος;”

Όχι θα τις άφηνα.  Πετάχτηκα και άρπαξα το κομμάτι ζύμη.  Με μαεστρία και δύναμη το ζούλαγα από εδώ κι από εκεί.  Η γριά πήγε να πει κάτι.

-Αφήστε, αφήστε!  Έχω ταξιδέψει και Ιταλία, κάτι ξέρω κι εγώ.

“Όπως θέλεις παιδάκι μου” απάντησε αποσβολωμένη από το σώου μου.  Είχε μαλακώσει πλέον η ζύμη και μια την άπλωνα μια την μάζευα.  Ταχύτατα και μόνο ένα μικρό κομματάκι μου είχε φύγει σε μια απότομη κίνηση.  Προσγειώθηκε κοντά στο πόδι του τραπεζιού και το εξαφάνισα με τσαλίμι στα σκοτάδια της γωνίας.

-Δωσ’τε μου κι άλλη ζύμη!  Αυτό παραείναι εύκολο!

Η κυρά Φροσύνη έπιασε πάλι ένα κομμάτι και το ακούμπησε προσεκτικά στο τραπέζι.  Φοβόταν ήδη ότι θα της κλέψω την παράσταση.  Το κόλλησα με το άλλο κομμάτι και πολύ γρήγορα είχε γίνει και αυτό μέρος των φιγούρων μου.  Άρχισα να πετάω στον αέρα την ζύμη όπως είχα δει σε πιτσαρία.

-Κι άλλη ζύμη!  Σιγά το πράγμα!  Ψωμί θα φάμε ή ψωμάκι;

Δεν θυμάμαι πόσες φορές ζήτησα έξτρα ζύμη.  Θυμάμαι ότι είχαν αρχίσει να βαραίνουν τα χέρια μου και έπρεπε να το τελειώνω κάπως.

-Είμαστε σχεδοοοοόν έτοιμ….

Πέταξα ψηλά την ζύμη και μάλιστα με στριφογύρισμα.  Τι το’θελα;  Κόπηκε σε δυο κομμάτια.  Το μικρότερο προσγειώθηκε κοντά μου, στην άκρη του τραπεζιού.  Το μάζεψα γρήγορα για να φανεί ότι το έκανα επίτηδες.  Σήκωσα τα μάτια να βρω το δεύτερο τη στιγμή που είδα τα μάτια της Κυρα Φροσύνης να πετάγονται καθώς καταλάβαινε ότι της ερχόταν κατάμουτρα.  Μαυροφορεμένη αυτή, κάτασπρη και με αλεύρια η ζύμη, κάποιο διεστραμμένο είδος πινγκουίνου θύμιζε.  Δεν θα την άφηνα έτσι.  Με μια θεαματική βουτιά την έπιασα από την μέση.  Δυστυχώς την ίδια στιγμή αυτή έφευγε μπροστά με καθυστερημένα ρεφλέξ αποφυγής ζύμης.  Το αποτέλεσμα να κάνει κάτι σαν κωλοτούμπα από ταινία καράτε, δυο γύρους στον αέρα και να καρφωθεί στον φούρνο.

Πήρα το άλλο κομμάτι, το σταύρωσα και το κόλλησα στα πόδια της.  Ευτυχώς έκλεινε η πόρτα του φούρνου.  Δεν μου αρέσουν αυτά τα γραφικά χωριά.  Έπρεπε να είχα φάει στα Goody’s στην εθνική καθώς ερχόμασταν τελικά, θα αργήσει να ψηθεί η γριά.

 

(Μερικοί συγκρίνουν τα ταξιδιωτικά του Αλέκου Γκονζαλεζίδη με αυτά του Καζαντζάκη.  Είναι άσχετοι και τους αξίζει να τους ψήσει κάποιος σε φούρνο με ξύλα.)